Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: βραχονησίδα
1 item total
βραχονησίδα η [vraxonisíδa] Ο26 : (γεωλ.) μικρό και ακατοίκητο βραχώδες νησί.

[λόγ. βράχ(ος) -ο- + νησ(ίς) -ίδα μτφρδ. της λ. βραχονήσι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go