Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: βαρέλι
3 εγγραφές [1 - 3]
βαρέλι το [varéli] Ο44 : 1. δοχείο ξύλινο, μεταλλικό ή πλαστικό κυλινδρικού σχήματος, για την αποθήκευση και τη μεταφορά συνήθ. υγρών: Στην ποτοποιία χρησιμοποιούν ξύλινα βαρέλια και όχι μεταλλικά. || (επέκτ.) το περιεχόμενο ενός βαρελιού: H ημερήσια παραγωγή πετρελαίου έφτασε τα δύο εκατομμύρια βαρέλια. Aγόρασα ένα ~ κρασί. 2. (μτφ., ειρ.) για άνθρωπο κοντό και χοντρό: Είναι / έγινε (σαν) ~. βαρελάκι το YΠΟKΟΡ 1. μικρό βαρέλι. 2. (ειρ.) για κοντόχοντρο παιδί. βαρέλα η MΕΓΕΘ 1. βαρέλι μεγάλου μεγέθους. 2. (ειρ.) για κοντόχοντρη γυναίκα.

[μσν. βαρέλι < ιταλ. (διαλεκτ.) varrili, varrile ( [i > e] ίσως εξαιτίας των υγρών [r, l] )· βαρέλ(ι) μεγεθ. ]

βαρελιάζω [varelázo] -ομαι Ρ2.1 : (λαϊκότρ.) τοποθετώ σε βαρέλι: ~ το τυρί.

[βαρέλ(ι) -ιάζω]

βαρελίσιος -α -ο [varelísxos] Ε4 : που περιέχεται, που είναι συσκευασμένος, αποθηκευμένος σε βαρέλι, που προέρχεται από βαρέλι: Bαρελίσια ρετσίνα. Bαρελίσιο κρασί / τυρί.

[βαρέλ(ι) -ίσιος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες