Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αρτοποιός
1 item total
αρτοποιός ο [artopiós] Ο17 θηλ. αρτοποιός [artopiós] Ο34 : αυτός που έχει ως επάγγελμα την παρασκευή ή και την πώληση ψωμιού· ψωμάς, φούρναρης.

[λόγ. < αρχ. ἀρτοποιός· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go