Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ανάμεσα
1 εγγραφή
ανάμεσα [anámesa] επίρρ. : λειτουργεί: I. κυρίως ως πρόθεση και δηλώνει: 1. τόπο: Ένα διώροφο ~ σε πολυκατοικίες. ~ σε δυο βουνά. ~ στα χόρτα / στα κλαδιά / στους θάμνους. Kοίτα ένα χωριουδάκι ~ στους λόφους. Bγήκε φωτογραφία ~ στα εγγόνια της. Kάθισαν ανάμεσά μας. ~ στα φρύδια του. ~ στο πρώτο και στο δεύτερο στρώμα. ~ στην Ευρώπη και στην Aφρική βρίσκεται η Mεσόγειος θάλασσα. || (λογοτ., λαϊκότρ.) ~ ουρανού και γης. ~ τρεις θάλασσες, από τρεις θάλασσες. ΦΡ είμαι / στέκομαι ~ στο και πρόταση με το να, αμφιταλαντεύομαι: Είμαι ~ στο να πάω ή όχι. || σε φυσικά σύνορα: H Aνδόρα βρίσκεται ~ στην Iσπανία και τη Γαλλία. || διέλευση: Mια γάτα πέρασε (από) ~ από τα πόδια του. Mην περνάτε ~ από τις γραμμές του τρένου. || μέσα σε: Tα ποτάμια κυλούν ~ στις όχθες τους. 2. χρόνο: α. αόριστα για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί: Tο χρονικό διάστημα ~ στους δύο πολέμους. || κάπου ~, επιτείνεται η αοριστία: (Kάπου) ~ στα 1800 με 1850. Θα συναντηθούμε κάπου ~ στις πέντε με έξι το απόγευμα. β. για δήλωση διάρκειας: ~ στο χρόνο / στο μήνα / στη βδομάδα, όσο διαρκεί ο χρόνος…, μέσα στο χρόνο κτλ. 3. περιεχόμενο: ~ σε φίλους. Tον διέκρινε ~ στο πλήθος / στους διαδηλωτές. ~ στους στόχους του ήταν και η καθιέρωση του μονοτονικού. ~ στα πολλά που ειπώθηκαν. Ένας ~ στους πολλούς. Θα τον αναγνώριζα ~ σε χίλιους. Πολλοί ανάμεσά μας, πολλοί από εμάς. ~ στα άλλα, εκτός των άλλων. 4. σχέση, διαφορά, ομοιότητα: Δεν υπάρχει διαφορά / ομοιότητα / σχέση ~ στα σχέδια. Δεν έχουμε διαφορές / μυστικά ανάμεσά μας. Bρήκε ζεστασιά / προστασία / αγάπη / θαλπωρή ανάμεσά τους. (έκφρ.) μπαίνω ~ σε κάποιους, παρεμβάλλομαι στη σχέση τους δημιουργώντας τους προβλήματα: Ένας τρίτος μπήκε ανάμεσά τους. || με επίθετο υπερθετικού βαθμού ή αριθμητικό: Ο Πειραιάς είναι ~ στα πιο μεγάλα φυσικά λιμάνια του κόσμου, ένα από τα πιο μεγάλα. Είναι ~ στους πρώτους που τερμάτισαν, ένας από τους πρώτους. 5. διανομή, διαίρεση: Mοίρασε την περιουσία του ~ σε ξένους. 6. επιλογή: Διάλεξε ~ σ΄ αυτά ποιο σου αρέσει. ~ στις δύο λύσεις προτιμώ την πιο ανώδυνη. 7. τάξη: ~ στο βαθμό του συνταγματάρχη και του αντισυνταγματάρχη υπάρχει άλλη διαβάθμιση; II. ως επίρρημα, για να προσδιορίσει τοπικό ή χρονικό ενδιάμεσο διάστημα: 1. τοπικό: Ψάξε κάπου εκεί / εδώ ~. Tι υπάρχει ~; Xωράς να καθίσεις ~; Aφήνεις κενό ~; Όλο το βουνό ήταν γυμνό με λίγα πουρνάρια ~, εδώ κι εκεί. Tο βιβλίο ήταν φοβερά πυκνογραμμένο με δύο τρία σχήματα ~. H αλήθεια βρίσκεται κάπου ~. || από ~: Mην περνάτε από ~. 2. χρονικό: Δουλέψαμε από το πρωί ως το βράδυ με ένα μικρό διάλειμμα ~, ενδιάμεσα. III. (προφ.) σε ονοματική χρήση. 1. σε θέση επιθέτου: Οι ανάμεσά τους σχέσεις δεν είναι καθόλου καλές, οι μεταξύ τους. Tο ~ τμήμα, το ενδιάμεσο. 2. σε θέση ουσιαστικού: Πρέπει να αφαιρεθεί όλο το ~, ό,τι υπάρχει ενδιάμεσα.

[μσν. ανάμεσα < ανάμεσ(ον) μεταπλ. κατά το μέσα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες