Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αμάν
9 items total [1 - 9]
αμάν [amán] επιφ. : δηλώνει ποικίλα συναισθήματα ανάλογα με το νόημα του λόγου και τον τόνο και το χρωματισμό της φωνής και συνοδεύεται συνήθ. από επιφωνηματική πρόταση ή φράση· για έντονη: α. παράκληση για βοήθεια: ~ αφέντη, λυπήσου με! ~, ~ για το Θεό, μην τον χτυπάτε! β. στενοχώρια, λύπη· οχ: ~, Θεέ μου! Οχ ~, τι καημός κι αυτός! ~ τι έκανα! Ξέχασα να τους ειδοποιήσω. || συμπαράσταση: ~ ο καημενούλης τι έπαθε! || Οχ ~, τρέξτε και μας έφτασαν! γ. απόγνωση: ~ τι πάθαμε. ~ τι κάνουμε τώρα; δ. δυσαρέσκεια, αποδοκιμασία· οχ, ουχ: ~ μην αρχίσεις πάλι τα ίδια! ~, για το Θεό, σταμάτα τις παρατηρήσεις! ε. δυσφορία, αγανάκτηση· οχ πια: ~ πια βαρέθηκα / μπούχτισα! ~ πια δεν αντέχω άλλο! ~ πια δεν υποφέρεσαι! ΦΡ λέω ~, για αγανάκτηση από μεγάλη ταλαιπωρία: Aπό το πολύ κρύο είπαμε ~! Είπαμε ~ ώσπου να ξημερώσει! κάνω ~ για κτ., επιδιώκω, λαχταρώ κτ. επίμονα (συχνά ως αρνητικό σχόλιο): Kάνει ~ για τσιγάρο / για πιοτό. Ο κόσμος κάνει ~ για έξω / για ένα ταξίδι. στ. θαυμασμό, χαρά· αχ: ~ τι όμορφη που είναι! ~ τι κρασί είναι αυτό!

[τουρκ. aman (από τα αραβ.)]

αμανάτι το [amanáti] Ο44 : 1.(παρωχ.) ενέχυρο ή εγγύηση: Bάζω / δίνω / αφήνω κτ. ~. Για να ζήσει μερικούς μήνες η δύστυχη έδωσε ~ τα λιγοστά χρυσαφικά της. || (για πρόσ.) όμηρος: Έκλεισαν στη φυλακή τους προεστούς, για να τους έχουν ~. 2. (προφ.) χαρακτηρισμός για καθετί που υποχρεώνεται να έχει κάποιος κοντά του, ενώ είναι γι΄ αυτόν ενοχλητικό: Έχασε τη γυναίκα του και του έμεινε ~ η πεθερά. Ένας θεόρατος καναπές που μας άφησε ~ ο προηγούμενος νοικάρης. ΦΡ μένω / με αφήνουν ~, μένω χωρίς παρέα ή δεν ικανοποιείται ένα αίτημα, μια επιθυμία μου.

[τουρκ. amanat, emanet `αντικείμενο για φύλαξη, παρακαταθήκη΄ (από τα αραβ.) ]

αμανές ο [amanés] Ο13 : τραγούδι με αργόσυρτη ανατολίτικη μελωδία, στο οποίο συχνά επαναλαμβάνεται η λέξη αμάν: Tούρκικος ~. Tραγούδησε έναν παθιάρικο αμανέ. ΦΡ έχει / πήρε / σήκωσε (πολύ) ψηλά τον αμανέ, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και συμπεριφέρεται ανάλογα. (σπάν.) ο ίδιος ~, για επίμονη και κουραστική επανάληψη των ίδιων απόψεων, αιτημάτων κτλ.· ΣYN ΦΡ το ίδιο τροπάρι / τροπάριο.

[< μανές με ανάπτ. προτακτ. α- 3 από συμπροφ. με το αόρ. άρθρο και ανασυλλ. [ena-ma > enama > en-ama] < τουρκ. mân(i) `είδος λαϊκής μουσικής΄ (από τα αραβ.) -ές ίσως και παρετυμ. αμάν]

αμάνικος -η -ο [amánikos] Ε5 : (για ρούχο) που δεν έχει μανίκια: Ένα αμάνικο φουστάνι / πουλόβερ.

[α- 1 μανίκ(ι) -ος]

αμανίκωτος -η -ο [amaníkotos] Ε5 : 1.(σπάν., για ρούχο) αμάνικος: Aμανίκωτη μπλούζα. 2. (για πρόσ.) ξεμανίκωτος: Mη βγαίνεις έξω αμανίκωτη, γιατί κάνει ψύχρα.

[μσν. αμανίκωτος < α- 1 μανίκ(ι) -ωτος]

αμαντάλωτος -η -ο [amandálotos] Ε5 : (λαϊκότρ.) που δεν τον έχουν μανταλώσει. ANT μανταλωμένος.

[α- 1 μανταλώ(νω) -τος]

αμαντάριστος -η -ο [amandáristos] Ε5 : που δεν τον έχουν μαντάρει. ANT μανταρισμένος.

[α- 1 μανταρισ- (μαντάρω) -τος]

αμάντριστος -η -ο [amándristos] Ε5 : (λαϊκότρ., για ζώο) που δεν το έχουν κλείσει σε μαντρί. ANT μαντρισμένος.

[α- 1 μαντρισ- (μαντρίζω) -τος]

αμάντρωτος -η -ο [amándrotos] Ε5 : που δεν τον έχουν μαντρώσει. ANT μαντρωμένος.

[α- 1 μαντρώ(νω) -τος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go