Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ακούω
1 εγγραφή
ακούω [akúo] -γομαι Ρ ενεστ. ακούς, ακούει, ακούμε, ακούτε, ακούν(ε), προστ. άκου, ακούτε, μεε. ακούγοντας, πρτ. άκουγα, αόρ. άκουσα, απαρέμφ. ακούσει, παθ. αόρ. ακούστηκα, απαρέμφ. ακουστεί, μππ. ακουσμένος : 1.έχω την αίσθηση της ακοής, μπορώ και αντιλαμβάνομαι ήχους με το αισθητήριο όργανο της ακοής: Είναι κουφός· δεν ακούει καθόλου. Xωρίς ακουστικά, δεν ακούει καλά. 2. αντιλαμβάνομαι ήχο: ~ κρότο / βοή / φωνές / τραγούδια / λόγους / ομιλία. Kάντε λίγη ησυχία ν΄ ακούσουμε. || (παθ.): Όλη τη νύχτα ακούγονταν πυροβολισμοί. Οι φωνές τους ακούγονταν ως έξω. 3α. ακούω και κατανοώ ό,τι λέει άλλος, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω: Άκουσες τι σου είπα; Άλλα του λέω κι άλλα ακούει, δε συνεννοούμαστε. (έκφρ.) εγώ τα λέω*, εγώ τ΄ ~. άλλο να σ΄ τα λέω* κι άλλο να τ΄ ακούς. ΦΡ τ΄ ακούς; τ΄ ~ να λες, για να επιβεβαιώσουμε ή να τονίσουμε κτ. μη αναμενόμενο. εγώ μιλάω*, εγώ ~. ~ τον αναβαλλόμενο* / τον εξάψαλμο*. άκουσε της χρονιάς* του. ΠAΡ ΦΡ άλλα* λέει η θεια μου κι άλλα ακούν τ΄ αυτιά μου. β. πληροφορούμαι, μαθαίνω από φήμες, διαδόσεις: Tι ακούς; θα γίνουν εκλογές; Για πες μου, είναι αλήθεια όσα ~ τελευταία; || (παθ.) για ό,τι γίνεται γνωστό από διαδόσεις, φήμες: Πολλά λέγονται κι ακούγονται, αλλά τίποτα δεν είναι αλήθεια. Tίποτα δεν έχει ακουστεί σε βάρος του. || ακούγεται ότι, διαδίδεται, κυκλοφορεί η φήμη, λέγεται: Aκούγεται ότι σύντομα θα έχουμε εκλογές. γ. δίνω προσοχή σε ό,τι λέει άλλος: Άκουσέ με πρώτα και μετά πες ό,τι θες. || σε εκφράσεις προεισαγωγικές προτάσεων που δηλώνουν κτ. παράδοξο, ανόητο, απρεπές κτλ.: Aκούς εκεί, να μη θέλει να δουλέψει! Άκου τι τόλμησε να μας πει! Άκου πράματα, να θέλει να πουλήσει το σπίτι του! 4. δέχομαι όσα λέει κάποιος ως αληθή: Mην ακούς τι σου λένε. Aυτά που λες εγώ δεν τα ~· να πας αλλού να τα πεις. (έκφρ.) ούτε να τ΄ ακούσω, όταν αρνούμαστε κτ. κατηγορηματικά, χωρίς συζήτηση: Ούτε να τ΄ ακούσει για παντρειά. ΦΡ (αυτά) τ΄ ~ βερεσέ*. || αποδίδω σημασία, βαρύτητα: Mην ακούς τι λέει ο κόσμος· εσύ καλά έκανες. || υπακούω, πειθαρχώ: Άκου τη συμβουλή μου και δε θα μετανιώσεις. Δεν ~ κανέναν· θα κάνω ό,τι θέλω.

[αρχ. ἀκούω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες