Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αδιαπραγματευτος
1 εγγραφή
αδιαπραγμάτευτος -η -ο [aδiapraγmáteftos] Ε5 : I.για τον οποίο δεν έγιναν διαπραγματεύσεις: Aδιαπραγμάτευτοι όροι συνθήκης / σύμβασης / αγοραπωλησίας. || για τον οποίο αρνείται κανείς οποιαδήποτε διαπραγμάτευση: Tα εθνικά σύνορα είναι αδιαπραγμάτευτα. II. για θέμα, ζήτημα κτλ. για το οποίο δεν έγινε καμία διαπραγμάτευση, το οποίο δεν αναλύθηκε, δεν εξετάστηκε προφορικά ή γραπτά: Aδιαπραγμάτευτο πρόβλημα. αδιαπραγμάτευτα ΕΠIΡΡ.

[λόγ. α- 1 διαπραγματεύ(ομαι) -τος μτφρδ. αγγλ. unnegotiated]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες