Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αγριόπαπια
1 item total
αγριόπαπια η [aγriópapxa] Ο27α : ονομασία υδρόβιων πτηνών: Tο κυνήγι της αγριόπαπιας. || (ζωολ.) ~ η κοινή, πτηνό από το οποίο κατάγεται η εξημερωμένη πάπια.

[αγριο- + πάπια]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go