Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: έμβλημα
3 items total [1 - 3]
έμβλημα το [émvlima] Ο49 : 1.συμβολική παράσταση που χρησιμεύει ως επίσημο διακριτικό σημείο· (πρβ. σύμβολο, σήμα): ~ ενός έθνους, εθνόσημο. ~ κράτους ή δυναστείας, θυρεός. ~ τιτλούχου ευγενή, οικόσημο. ~ εμπορικής επιχείρησης, σήμα κατατεθέν. Ο δεκαεξάκτινος ήλιος της Bεργίνας, το ~ της μακεδονικής δυναστείας. 2. φράση επιγραμματική που επίσης χρησιμεύει ως διακριτικό: ~ της βασιλικής οικογένειας ήταν: «Iσχύς μου η αγάπη του λαού». || (επέκτ.) φράση (ρητό, απόφθεγμα κτλ.) την οποία κάποιος προβάλλει ως αρχή που διέπει και εκφράζει τις αντιλήψεις του, τη στάση του στη ζωή: Έμβλημά του ήταν το «πίστευε και μη ερεύνα».

[λόγ. < ελνστ. ἔμβλημα `ένθετο στόλισμα΄ σημδ. γαλλ. emblème (στη νέα σημ.) < λατ. emblema < ελνστ. ἔμβλημα]

εμβληματικός -ή -ό [emvlimatikós] Ε1 : που αναφέρεται στο έμβλημα, που χρησιμοποιείται ως έμβλημα: Εμβληματική παράσταση / εικόνα / φράση.

[λόγ. εμβληματ- (έμβλημα) -ικός]

εμβληματολογία η [emvlimatolojía] Ο25 : η επιστημονική μελέτη των οικογενειακών εμβλημάτων και των οικοσήμων· οικοσημολογία, εραλδική.

[λόγ. εμβληματ- (έμβλημα) -ο- + -λογία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go