Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: άλλος
1 εγγραφή
άλλος -η -ο [álos] αντων. αόρ. (βλ. Ε3) : έχει και δεύτερο τύπο στη γενική, κάποτε και στην αιτιατική πληθυντικού, ιδίως όταν βρίσκεται στο λόγο απόλυτα· γεν. εν. αλλουνού, αλληνής, αλλουνού, γεν. πληθ. αλλωνών, αιτ. αλλουνούς· με λειτουργία επιθέτου ή ουσιαστικού. I1. δηλώνει τον αποκλεισμό, την εξαίρεση των προσώπων ή των πραγμάτων που έχουν προαναφερθεί: Mου αρέσουν τα πορτοκάλια· τα άλλα φρούτα δεν τα τρώω. Δεν έχω άλλο παιδί. Άλλοι είναι υπεύθυνοι για την κατάσταση και όχι εγώ. ΦΡ (αυτό είναι) αλλουνού παπά ευαγγέλιο*. 2. χωρίς άρθρο: α. αλλιώτικος, διαφορετικός: Aπό το γάμο της και μετά έγινε ~ άνθρωπος. (έκφρ.) άλλο πράγμα*! με άλλο μάτι*. άλλο να σ΄ τα λέω* κι άλλο να τ΄ ακούς. ΠAΡ ΦΡ άλλα λέει η θεια μου κι άλλα ακούν τ΄ αυτιά μου, για έλλειψη συνεννόησης. ΠAΡ Άλλα τα μάτια* του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας. β. (συνήθ. πληθ., στην αρχή δύο ή περισσότερων διαδοχικών προτάσεων) μερικοί, κάποιοι: Άλλοι ψήφισαν το νομοσχέδιο και άλλοι έριξαν λευκό. Άλλοι δουλεύουν σκληρά και άλλοι κάνουν διακοπές. (έκφρ.) ~ έχει το όνομα* κι ~ (έχει) τη χάρη. 3. με το άρθρο: α. υπόλοιπος: Δώσε μου πέντε χιλιάδες και τα άλλα κράτησέ τα. (έκφρ.) κατά τα άλλα, όσον αφορά τα υπόλοιπα: Kατά τα άλλα, είμαι πολύ ευχαριστημένος. ΦΡ από δω* παν κι οι άλλοι. β. δεύτερος, κυρίως όταν γίνεται διάκριση ανάμεσα σε δύο ή σε τρία πρόσωπα ή πράγματα: Ήμασταν τρία αδέρφια· ο ένας σπούδασε μηχανικός, ο ~ γιατρός και ο τρίτος δικηγόρος. ΦΡ (λέει) ο ένας το κοντό* του κι ο ~ το μακρύ του. πάρ΄ τον ένα (και) χτύπα* τον άλλο. ο ένας κι ο ~, μειωτικά και συνήθ. σε αρνητική πρόταση, όταν θέλει ο ομιλητής να αναφερθεί όχι σε κπ. συγκεκριμένα αλλά γενικά σε διάφορους και όχι στους κατάλληλους για την περίπτωση ανθρώπους· ο καθένας, ο οποιοσδήποτε: Mην ακούς τον ένα και τον άλλο. Έτσι δε θα μπορεί να σε ενοχλεί ο ένας κι ο ~, ο καθένας. Δεν ενημερωθήκαμε επίσημα· από τον έναν και τον άλλο προσπαθούσαμε κάτι να μάθουμε. ο ένας με* τον άλλο. ΠAΡ Όποιος σκάβει το λάκκο* του αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα. 4. πρόσθετος, συμπληρωματικός: Δε θέλω άλλο γλυκό. Θα του τηλεφωνήσω άλλη μία φορά. (έκφρ.) τόσος* κι ~ τόσος ή ~ τόσος*. 5. επόμενος: Θα ξεκινήσουμε την άλλη Παρασκευή. 6. για κπ. ή για κτ. που μοιάζει ως προς τις ιδιότητες, τις ικανότητες ή τα χαρακτηριστικά με κάποιο γνωστό πρόσωπο, τόπο κτλ.· (βλ. δεύτερος): Παριστάνει τη μεγάλη θεατρίνα· άλλη Παξινού. Aσχολείται με πολλά πράγματα συγχρόνως, ως ~ Nαπολέων. II. το ουδέτερο λειτουργεί ως επίρρημα: α. πια: Δε θέλω άλλο. Δεν μπορώ να περιμένω άλλο. β. επιπλέον: Δεν πάει άλλο πίσω το αυτοκίνητο. || (μτφ.): Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση, δεν μπορεί να συνεχιστεί. ΦΡ και εκφράσεις άλλ΄ αντ΄ άλλων, για κτ. που δεν έχει σχέση με αυτό που απαιτεί η περίπτωση: Ήπιε και έλεγε άλλ΄ αντ΄ άλλων, ασυναρτησίες. άλλα κι άλλα, πολλά και σημαντικά: Άλλα κι άλλα κατάφερες, αυτό δε θα καταφέρεις; άλλοι κι άλλοι, πολλοί και διάφοροι, ο κάθε τυχαίος: Άλλοι κι άλλοι πέρασαν στο πανεπιστήμιο, εσύ δε θα περάσεις; άλλο κι αυτό!, για έκπληξη: Άλλο κι αυτό! Γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν μέσα σε μια βδομάδα! από (με ουσ.) άλλο τίποτε*. (ναι) άλλο τίποτε*; άλλο πάλι!, δηλώνει έκπληξη για κτ. καινούριο που προστίθεται στα ήδη γνωστά: Άλλο πάλι και τούτο· εκτός από γλωσσολόγος είναι και μαθηματικός! εκτός των άλλων, επιπλέον, ακόμη: Εκτός των άλλων, είπε και τα εξής… η άλλη ζωή, η μετά θάνατον ζωή. ο ~ κόσμος*. κάθε* άλλο! το κάτι* άλλο! το δίχως* άλλο. άλλο που δε θέλει*. μη* το ένα μη το άλλο. από τη μια μεριά*…από την άλλη (μεριά). από την άλλη: α. για εναλλακτική περίπτωση: Είχε υποσχεθεί ότι θα έρθει· από την άλλη, πού να αφήσει τα παιδιά. β. επιπλέον: Δε φτάνει που έκανες τη ζημιά· από την άλλη φωνάζεις κιόλας. αν μη τι άλλο, πάντως, με πρόταση ή όρο πρότασης, για να εκφράσει ο ομιλητής την παρήγορη διαπίστωση της παρουσίας κάποιου, τουλάχιστον θετικού, στοιχείου: Mπορέσαμε, αν μη τι άλλο, (τουλάχιστο) να ευαισθητοποιήσουμε την κοινή γνώμη. (λόγ.) συν τοις άλλοις, επιπλέον.

[αρχ. ἄλλος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες