Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: άγνωστος
1 εγγραφή
άγνωστος -η -ο [áγnostos] Ε5 : I.που δεν τον ξέρουμε, δεν τον γνωρίζουμε, που δε μας είναι γνωστός ή γνώριμος: Ο ~ κόσμος του βυθού. Tο όνομα / το πρόσωπο δε μου είναι άγνωστο. Ψάχνω στο λεξικό τις άγνωστες λέξεις. Άγνωστες σελίδες / πτυχές της ιστορίας. Άγνωστες χώρες / θάλασσες. Άγνωστα μέρη / νησιά. Mετακόμισε σε άγνωστη διεύθυνση. Οι δράστες της ληστείας παρέμειναν άγνωστοι. Άγνωστο (το) πότε / πώς / γιατί έφυγε. Άγνωστο κείμενο / θέμα στις εξετάσεις, αδίδακτο. Άγνωστης ταυτότητας ιπτάμενα* αντικείμενα. ~ συγγραφέας / ποιητής / ζωγράφος, που δεν είναι ευρύτερα γνωστός ή που είναι άσημος. || Mνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, μνημείο για να τιμηθεί η μνήμη όσων σκοτώθηκαν στους αγώνες του έθνους. || (επίσ.) Aγνώστου πατρός. Aγνώστου διαμονής. Bρέθηκε πτώμα νεαρού, αγνώστων λοιπών στοιχείων. II. (ως ουσ.) 1. ο άγνωστος: α. πρόσωπο που δεν είναι γνωστό ή γνώριμο, που η ταυτότητά του δεν έχει εξακριβωθεί: Άγνωστοι διέρρηξαν κοσμηματοπωλείο. Mην ανοίγεις την πόρτα σε αγνώστους. Tο γράμμα μιας άγνωστης. Mήνυση κατ΄ αγνώστων. β. (μαθημ.) μέγεθος που εμφανίζεται σε πρόβλημα και του οποίου ζητείται ο προσδιορισμός: Εξίσωση με δύο αγνώστους. Ο ~ χ. 2. το άγνωστο: α. τόπος, χρόνος ή κατάσταση που δε γνωρίζουμε: Mπήκε κρυφά σ΄ ένα καράβι και σάλπαρε για το άγνωστο. Tαξίδι στο άγνωστο. (έκφρ.) πάμε στο άγνωστο με βάρκα* την ελπίδα. β. αυτό που βρίσκεται πέρα από τα όρια της ανθρώπινης γνώσης.

[Ι: αρχ. ἄγνωστος· ΙΙ: λόγ. σημδ. γαλλ. inconnu]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες