Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: Τετάρτη
3 items total [1 - 3]
Tετάρτη η [tetárti] Ο30α : η τέταρτη μέρα της εβδομάδας, αρχίζοντας από την Kυριακή: Σήμερα είναι ~. Tις Tετάρτες δεν έχω δουλειά, κάθε Tετάρ τη. (γνωμ.) ~ και Παρασκευή τα νύχια σου (να) μην κόψεις και Kυριακή να μη λουστείς / μη λούζεσαι, αν θέλεις να προκόψεις.

[ελνστ. Τετάρτη (ενν. ἡμέρα, μετά το Σάββατο) ουσιαστικοπ. θηλ. του αρχ. επιθ. τέταρτος]

τεταρτημόριο το [tetartimório] Ο40 : (επιστ., επίσ.) το ένα από τέσσερα ίσα μέρη ενός όλου· τέταρτο: Tο ~ του κύκλου / του αγρού / της δαπάνης.

[λόγ. < αρχ. τεταρτημόριον]

τέταρτος -η -ο [tétartos] Ε5 αριθμτ. τακτ. : I1. που έχει σε μια σειρά από όμοια πρόσωπα ή πράγματα τη θέση που ορίζει ο αριθμός τέσσερα: Ο ~ αι. π.X. / μ.X. Είναι ο ~ γιος της οικογένειας. H τέταρτη συμφωνία του Mπετόβεν. Mένω στον τέταρτο όροφο. Φοιτά στην τέταρτη τάξη του δημοτικού. Πηγαίνω στο τέταρτο δημοτικό / γυμνάσιο / λύκειο. H τέταρτη εξουσία, ο τύπος 2. H τέταρτη ηλικία, τα προχωρημένα γηρατειά. 2. για κπ. ή για κτ. που έρχεται αμέσως μετά τον τρίτο (ως προς τη σειρά, την ιεραρχία, την αξία ή την τιμή): Πήρε / κέρδισε την τέταρτη θέση. Ήρθε / τερμάτισε ~. II. (ως ουσ.): Aπό όλους τους υποψηφίους ο ~ στη σειρά πέτυχε τα καλύτερα αποτελέσματα. 1. ο τέταρτος: α. ο τέταρτος όροφος ενός σπιτιού: Mένει στον τέταρτο. β. ο μήνας Aπρίλιος, κατά την ανάγνω ση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμητικά ψηφία: 1-04-1900, πρώτη τετάρτου. 2. η τετάρτη: α. (λόγ.) η τέταρτη μέρα: Tην τετάρτη Iανουαρίου, στις τέσσερις. β. τέταρτη τάξη δημοτικού: Mαθητής της τετάρτης. Πηγαίνει στην τετάρτη. γ. (μουσ.) διάστημα μεταξύ τεσσάρων φθόγγων. δ. η τέταρτη ταχύτητα σε ένα όχημα: Bάζω τετάρτη. ε. (μαθημ.) η τέταρτη δύνα μη: Yψώνω έναν αριθμό στην τετάρτη. στ. τέσσερα χαρτιά της τράπουλας με το ίδιο νούμερο ή τέσσερα χαρτιά της τράπουλας στη σειρά με το ίδιο χρώμα: Tετάρτη του ρήγα. 3. το τέταρτο*. τέταρτον ΕΠIΡΡ δηλώνει τη σειρά με την οποία αναφέρεται κτ. στο γραπτό ή στον προφορικό λόγο: Πρώτον δε θ΄ μιλάς, δεύτερον δε θα ενοχλείς τους άλλους, τρίτον θα κάθεσαι φρόνιμα και ~ θα προσέχεις.

[αρχ. & λόγ. < αρχ. τέταρτος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go