Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: Σώπα
1 εγγραφή
σωπαίνω [sopéno] Ρ αόρ. σώπασα, απαρέμφ. σωπάσει : 1.σταματώ να μιλώ ή να βγάζω οποιονδήποτε ήχο από το στόμα μου, π.χ. κλάμα, βογκητό, γέλιο κτλ.: Mόλις μπήκε ο δάσκαλος στην τάξη σώπασαν όλα τα παιδιά. Σωπάστε για ν΄ ακούσουμε. Σώπα, μην κλαις. Προσπαθώ τόσην ώρα να τον κάνω να σωπάσει. || (προφ.) σώπα!: α. (ειρ.) [sóopa], για να δηλώσουμε μεγάλη δυσπιστία: Σώπα, τι μας λες! β. για να καθησυχάσουμε κπ. και να τον διαβεβαιώσουμε ότι θα βρεθεί κάποια λύση σε μια δύσκολη κατάσταση: Σώπα, μη στενοχωριέσαι, θα σε βοηθήσω εγώ. (επιφ. έκφρ.) σώπα / σωπάτε και…, ύστερα από πολλές προσπάθειες ή πολύ χρόνο πετύχαμε κτ.: Σώπα και τα καταφέραμε! Σώπα και την πήραμε την αύξηση! 2. σιωπώ2: Όταν ξέρεις την αλήθεια, δεν πρέπει να σωπαίνεις.

[μσν. σωπαίνω < αρχ. σιωπ(ῶ) μεταπλ. -αίνω και αποβ. του ημιφ. ανάμεσα σε [s] και φων. (σύγκρ. διακόσια > διακόσα)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες