Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: Δημαρχίνα
1 item total
δήμαρχος ο [δímarxos] Ο20α θηλ. δήμαρχος [δímarxos] Ο36 & (προφ.) δημαρχίνα [δimarína] Ο26 : αιρετός άρχοντας της τοπικής αυτοδιοίκησης, επικεφαλής ενός δήμου: Εκλέγομαι / βγαίνω ~. Yποψήφιος ~. Ο ~ Aθηναίων / Θεσσαλονίκης. ΦΡ τα παράπονά σου στο δήμαρχο, ως δήλωση αδιαφορίας απέναντι σε παράπονα ή σε διαμαρτυρίες. από ~ κλητήρας, για κπ. που ξεπέφτει, που υποβαθμίζεται κοινωνικά, οικονομικά ή σε κάποια άλλη κλίμακα ιεραρχίας. || θηλ. δημαρχίνα, και η γυναίκα του δημάρχου.

[λόγ. < αρχ. δήμαρχος `εκπρόσωπος ενός από τους δήμους της Aθήνας΄, ελνστ. σημ.: `εκπρόσωπος του κοινού λαού΄· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους· δήμαρχ(ος) -ίνα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go