Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "ρομανικός -ή -ό"
1 item total
ρομανικός -ή -ό [romanikós] Ε1 : 1.Ρομανικές γλώσσες, αυτές που προήλθαν από τη δημώδη λατινική, όπως η ιταλική, η ισπανική, η ρουμανική κτλ.· λατινογενής, νεολατινικός. || που αναφέρεται στις γλώσσες αυτές: Ρομανική φιλολογία / γλωσσολογία. 2. Ρομανική τέχνη, που αναπτύχθηκε στη μεσαιωνική δυτική Ευρώπη κατά τον 11ο και 12ο αι., με καθοριστικό αλλά όχι μοναδικό παράγοντα τη ρωμαϊκή παράδοση: Ρομανική αρχιτεκτονική. ~ ρυθμός. Tα ρομανικά μνημεία έχουν κάτι το σχηματικό και φανταστικό, που τα διακρίνει από τα γοτθικά. H ρομανική τέχνη είναι η τέχνη του χριστιανισμού που αντιστέκεται στις βαρβαρικές επιδρομές, σε μια από τις πιο πολυτάραχες εποχές της ιστορίας.

[λόγ. < λατ. romanicus (-icus = -ικός) `ρωμαϊκός΄ κατά τη σημ. του γαλλ. roman < λατ. Romanus `Ρωμαίος΄ (πρβ. ελνστ. ῾Ρωμᾶνος `Ρωμαίος άποικος΄, ῾Ρωμανία (δες ρωμιός) < λατ. Romanus)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go