Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "απαγωγή 3"
1 item total
απαγωγή 3 η : (λογ., μαθημ.) εις άτοπον ~, συλλογιστική μέθοδος κατά την οποία αποδεικνύεται η αλήθεια μιας πρότασης με βάση το γεγονός ότι η αντίθετή της είναι ψευδής ή λανθασμένη.

[λόγ. < αρχ. ἀπαγωγή (εἰς τό ἀδύνατον)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go