Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "ανερμάτιστος -η -ο"
1 item total
ανερμάτιστος -η -ο [anermátistos] Ε5 : (λόγ.) 1. (για πλοίο) που δεν έχει έρμα, σαβούρα: Aνερμάτιστο καράβι. 2. (μτφ.) α. που είναι ασταθής και ευμετάβολος: α1. από έλλειψη γνώσης ή παιδείας. α2. από ιδιοσυγκρασία· άστατος: ~ άνθρωπος / χαρακτήρας. β. (ιδ. για επιστήμονες) που έχει ελλιπή μόρφωση· ακατάρτιστος: ~ φιλόλογος / ψυχολόγος. ανερμάτιστα ΕΠIΡΡ.

[λόγ.: 1: αρχ. ἀνερμάτιστος· 2: ελνστ. σημ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go