Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: σακουλ*
6 εγγραφές [1 - 6]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σακούλα η [sakúla] Ο25α : είδος μικρού σάκου, σε διάφορα σχήματα ή μεγέθη, από χαρτί, πλαστικό, ύφασμα ή άλλο υλικό, με τον οποίο μεταφέρουμε διάφορα ψώνια ή μέσα στον οποίο τοποθετούμε αντικείμενα που θέλουμε να φυλάξουμε, να συσκευάσουμε κτλ.: Xάρτινη ~, χαρτοσακούλα. Πάνινη ~. Nάιλον ~, πλαστική τσάντα για τα ψώνια. Σακούλες για σκουπίδια, μεγάλοι πλαστικοί σάκοι. || Γιαούρτι σακούλας, το οποίο στραγγίζεται σε ειδική πάνινη σακούλα. || (μτφ.): Έχει σακούλες κάτω από τα μάτια, το δέρμα έχει χάσει την ελαστικότητά του, έχει χαλαρώσει. σακουλίτσα η YΠΟKΟΡ. σακουλάκι το YΠΟKΟΡ μικρή, συνήθ. πλαστική ή χάρτινη σακούλα: Ένα ~ σπόρια.

[σάκ(ος) -ούλα· σακούλ(α) -ίτσα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σακουλεύομαι [sakulévome] Ρ5.2β : (λαϊκ.) αντιλαμβάνομαι τον κίνδυνο, την απάτη κτλ.· υποπτεύομαι, υποψιάζομαι κτ. το οποίο προσπαθούν να μου κρύψουν: Πήγαν να με ρίξουν στη μοιρασιά μα εγώ την είχα σακουλευτεί τη δουλειά.

[τουρκ. şakull(e)- `μετράω το βάθος με βαρίδι, υπολογίζω΄ -εύομαι]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σακούλι το [sakúli] Ο44 : μικρός σάκος, συνήθ. από ύφασμα, που σουρώνει στο επάνω μέρος. ΠAΡ Φασούλι* το φασούλι γεμίζει το ~.

[μσν. σακούλι(ο)ν υποκορ. του αρχ. σάκκ(ος δες στο σάκος) -ούλιον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σακουλιάζω [sakulázo] Ρ2.1α μππ. σακουλιασμένος : (προφ.) για ύφασμα που έχει χάσει την ελαστικότητά του και δεν εφαρμόζει πια καλά ή για δέρμα που έχει χαλαρώσει: Σακούλιασε το παντελόνι στα γόνατα. Σακούλιασαν τα μάτια της, έχουν δημιουργήσει από κάτω σακούλες.

[σακούλ(α) -ιάζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σακούλιασμα το [sakúlazma] Ο49 : (προφ.) το αποτέλεσμα του σακουλιάζω.

[σακουλιασ- (σακουλιάζω) -μα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σακουλίσιος -α -ο [sakulísxos] Ε4 : Σακουλίσιο γιαούρτι, γιαούρτι της σακούλας.

[σακούλ(α) -ίσιος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες