Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ξε*
997 εγγραφές [1 - 10]
[Λεξικό Κριαρά]
ξε, πρόθ.,
βλ. εκ.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ξε- [kse] & ξέ- [ksé], όταν ο τόνος ανεβαίνει στο πρόθημα & ξ- [ks], συνήθ. πριν από [a] αλλά και πριν από τα υπόλοιπα φωνήεντα : πρόθημα· συνήθ.: I. σε ρήματα και τα παράγωγά τους δηλώνει: 1. την αντίθετη ενέργεια από αυτή που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: ξεβολεύω, ξεδιψώ, ξεζαλίζω, ξεκλειδώνω, ξεκουρντίζω, ξεσφίγγω, ξεστρώνω, ξεφουσκώνω· ξεβόλεμα, ξεκλείδωμα· ξεκλείδωτος, ξεκούραστος. 2. το τέλος της κατάστασης ή της ενέργειας που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη· (πρβ. απο-3): ξεϊδρώνω, ξεμεθώ, ξεμουδιάζω, ξενυστάζω· ξεμούδιασμα. || (λαϊκότρ.) ξαλέθω, ξελειτουργώ. || σε ρήμα παράγωγο από ουσιαστικό που δηλώνει χρόνο, χρονική περίοδο: ξεκαλοκαιριάζω, ξενυχτάω, ξεχειμωνιάζω, περνώ, διανύω ως το τέλος το ανάλογο κάθε φορά χρονικό διάστημα. || (στο γ' πρόσ.) ξεκαλοκαιριάζει, ξεχειμωνιάζει, για την αρχή του τέλους της ανάλογης χρονικής περιόδου. 3. την αφαίρεση του αντικειμένου που υποδηλώνεται με την πρωτότυπη λέξη· (πρβ. απο-): ξαραχνιάζω, ξαρμυρίζω, ξαφρίζω, ξεκαλτσώνω, ξεφλουδίζω· ξεφλουδισμένος· ξαράχνιασμα, ξαρμύρισμα, ξεφλούδισμα. II. με τη σημασία του έξω, προς τα έξω: ξεμπρατσώνω, ξεπορτίζω, ξεσπιτώνω· ξεχειλίζω· (πρβ. εκχειλίζωξεπόρτισμα, ξεσπίτωμα· ξεμπράτσωτος, ξέστηθος, ξέχειλος. III1. με επιτατική λειτουργία, με την έννοια του τελείως, πολύ, εντελώς: ξεγυμνώνω, ξεθαρρεύω, ξεκουφαίνω, ξετρελαίνω· ξεγύμνωμα· ξεδιάντροπος. 2. με υποκοριστική λειτουργία, με τη σημασία του σιγά σιγά, λίγο λίγο ή κρυφά: ξεμακραίνω, ξεγλιστρώ, ξεκλέβω. IV. (προφ.) σε περιστασιακή παραγωγή, σε στερεότυπες φράσεις ή εκφράσεις που εκφράζουν έντονη αντίρρηση, απόρριψη, αδιαφορία κτλ. προς όσα λέει ο συνομιλητής μας: Λέει και ξελέει, άλλα λέει τη μια φορά και άλλα την άλλη. Είπα ξείπα, αναιρώ αυτά που είπα προηγουμένως. Δεν έχει μα και ξεμά. Kρύο ξεκρύο θα πας. Kαλός ξεκαλός δεν ξέρω· εγώ πάντως δεν του έχω εμπιστοσύνη.

[μσν. πρόθημα εξε- < εξ- από την “εσωτερική αύξηση” του πρτ. και του αορ. ρ. που άρχιζαν με εκ- (εξ-): αρχ. ἐκ-φεύγω - ἐξ-έφευγον, ἐξ-έφυγον, ἐκ-κινῶ - ἐξ-εκίνουν, ἐξ-εκίνησα με απόσπαση του -ε- αναλ. προς το σχ.: φεύγω - ἔ-φευγον, κινώ - ἐ-κίνησα, επέκτ. σε ρ. χωρίς το εκ- και αποβ. του αρχικού άτ. φων.: μσν. εξε-στρώνω > ξε-στρώνω, εξε-γυμνώνω > ξε-γυμνώνω, εξε-καθαρίζω > ξε-καθαρίζω, εξέ-χωρα > ξέχωρα (με επίδρ. του έξω) (μσν. διαφοροποίηση της σημ.: επιτατικό: εξ-αποστέλλω `ξαποστέλνω΄, στερ.: εξ-αφρίζω `ξαφρίζω΄· η σημ. IV: < ξε-I με βάση αντιθετικά ζευγάρια ρημάτων, π.χ. κλειδώνω - ξε-κλειδώνω)· μσν. ξ- < εξ- με αποβ. του αρχικού άτ. φων.: ξ-αγοράζω < εξ-αγοράζω]

[Λεξικό Κριαρά]
ξε‑,
βλ. και εκ‑.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ξέβαθος -η -ο [ksévaθos] Ε5 : άβαθος.

[ξε- βάθ(ος) -ος]

[Λεξικό Κριαρά]
ξεβαίνω· εξεβαίνω· (ε)ξηβαίνω· αόρ. (ε)ξέβηκα· (ε)ξέβη(ν)· εξήβηκα· (ε)ξήβην· υποτ. αορ. (ε)ξέβω· (ε)ξεβώ· (ε)ξηβώ.
— Βλ. και εκβαίνω.
  • Ά Αμτβ.
    • 1) Βγαίνω
      • α) (συν. από κλειστό σε ανοικτό χώρο):
        • εκ το παλάτι ξέβη (Κορων., Μπούας 55· Χρον. Τόκκων 526
      • β) (από πλοίο ύστερα από επίσκεψη σ’αυτό):
        • (Απόκοπ. 323
      • γ) (ιδιάζ. χρ.):
        • Ως χυμίζεται φάλκονας, όταν ξεβεί 'κ την σκούφια (Θησ. Ϛ́ [335]
      •  
        • δ1) (από μέρος του σώματος):
          • εξέβην από την μήτραν της Εκάβης δαυλός αφτούμενος (Τρωικά 5212
        • δ2) (μεταφ.):
          • να ξέβαινεν η λάβρα εκ τα σκώτια μου (Ch. pop. 194
        • δ3) (προκ. για την ψυχή):
          • (Θησ. Β́ [642]
      •  
        • ε1) (από τη θάλασσα στη στεριά):
          • εκ το νερόν εξέβηκεν (Θησ. (Foll.) I 67· Αιτωλ., Μύθ. 886
        • ε2) (από λιμάνι):
          • εξέβησαν γ́ καραβία τούρκικα και επολεμίσαν (Μαχ. 13027
      • στ) (προκ. για έξοδο πολιορκημένων):
        • οι έσωθεν χριστιανοί να ξέβουν να γλυτώσουν (Αχέλ. 883).
    • 2) Βγαίνω από τη φυλακή, αποφυλακίζομαι, απελευθερώνομαι:
      • ανοίκτησαν οι φυλακές, εξέβησαν οι Γενουβήσοι … και οι αιχμάλωτοι (Μαχ. 59635· Χρον. Τόκκων 683).
    • 3) Αποβιβάζομαι:
      • σιμών’ η βάρκα προς την γην, ξεβαίνει δε ο κόμης (Βέλθ. 1228).
    • 4)
      • α) Φεύγω (από κάπ. τόπο), αναχωρώ· απομακρύνομαι:
        • εξέβη απ’ την χώραν (Κορων., Μπούας 32· 26
        • (με γεν.):
          • της Ρώμης να ξεβεί (Κορων., Μπούας 68
      • β) (σε συνεκδ.):
        • εξέβηκεν από τα γονικά της (Διγ. Esc. 1739
        • εξέβησαν απομπρός του (Μαχ. 2525
      • γ) (από εκδήλωση ή δραστηριότητα, λ.χ. γάμο, μάχη):
        • εξέβηκεν εκ την χαράν εκείνην (Πουλολ. μετά στ. 323 χφφ AZ κριτ. υπ.· Αχιλλ. L 410).
    • 5)
      • α) Αποπλέω:
        • τα κάτεργα τα βενέτικα εξέβησαν από την Κύπρον (Μαχ. 58632
      • β) ανοίγομαι (στο πέλαγος):
        • (Απολλών. 89).
    • 6)
      • α) Πηγαίνω, μεταβαίνω (σε κάπ. τόπο):
        • εις τον Μορέαν εξέβηκε (Χρον. Τόκκων 2124· Αχέλ. 271
      • β) (με την πρόθ. εις και τις αιτιατ. απαντή(ν), απάντησιν, συναπάντησιν) πηγαίνω να προϋπαντήσω, να συναντήσω κάπ.:
        • (Αχιλλ. O 326), (Λίβ. Sc. 993), (Απόκοπ. 251
      • γ) (συνεκδ. για πλήθος) συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι (για να παρακολουθήσω κ.):
        • όλοι εξέβησαν διά να ιδούν τον πόλεμον (Διγ. Άνδρ. 31914).
    • 7)
      • α) Βγαίνω έξω (από το σπίτι για περίπατο, διασκέδαση):
        • (Απολλών. 470
        • Εξέβηκεν ο Διγενής ίνα παραδιαβάσει (Διγ. Esc. 1097
      • β) κυκλοφορώ:
        • την νύκτα 'ξέρχεσαι και εξεβαίνεις έξω και την ημέραν κρύβεσαι (Πουλολ. 181 χφ Z κριτ. υπ).
    • 8) Περνώ, διαβαίνω, διέρχομαι:
      • Οι δε Φραντσόζοι να ξεβούν ουδόλως ημπορούσαν, διότι ο τόπος ην στενός (Κορων., Μπούας 74· 95).
    • 9)
      • α) Ξεκινώ, πηγαίνω για …:
        • Ο ρήγας … εξέβην γυρεύγοντα τα παιδιά του (Μαχ. 7417
      • β) (με την πρόθ. εις + αιτιατ.):
        • ξέβηκεν … εις κυνήγιν (Χρον. Τόκκων 881· Ιμπ. 810
      • γ) ξεκινώ, αναχωρώ:
        • εξέβηκα να έλθω εις την αφεντιάν σου (Μαχ. 37833· Βέλθ. 120).
    • 10)
      • α) Εκστρατεύω· κάνω επιδρομή:
        • εξέβη ο Κρούμνος ο αυθέντης των Βουλγάρων μετά στρατιάς … πολλής (Hist. imp. 16· Διγ. Esc. 731
      • β) βγαίνω (από τα όρια της δικαιοδοσίας μου για πολεμικές επιχειρήσεις):
        • (Χρον. Τόκκων 155
      • γ) επιτίθεμαι:
        • ξέβαινον θυμούμεν’ ως λεοντάρια (Κορων., Μπούας 70).
    • 11) Απομακρύνομαι προσωρινά από το πεδίο της μάχης:
      • εξέβηκεν παρέξω, το απελατίκιν έσυρεν και πάλιν κατεβαίνει (Αχιλλ. (Smith) N 1402).
    • 12) Εκδιώκομαι, (πιθ.) εκθρονίζομαι:
      • δεν είσαι άξιος να έχεις βασιλεία και … θέλεις εξεβεί από την Μοσχοβίαν (Βίος Δημ. Μοσχ. 618).
    • 13) Προβάλλω, εμφανίζομαι (βγαίνοντας από κάπου):
      • εξέβησαν από το δάσος Αραβίτες εκατόν (Διγ. Άνδρ. 37110‑11
      • (με την πρόθ. εις + αιτιατ.):
        • θηριό εξέβη εις αυτούς (Αλεξ. 2046
      • (με γεν.):
        • όνταν … εξέβησαν οι φρέρηδες του όχλου, … (Μαχ. 1016).
    • 14) Βγαίνω, ξεχωρίζω από μια ομάδα· προχωρώ (στο μέσον συγκέντρωσης ξεχωρίζοντας από τους υπόλοιπους):
      • Εξέβη εκ το αλλάγιν του απάνω εις το φαρίν του (Χρον. Μορ. P 5061
      • ο Βελισάριος ξηβαίνει εις το μέσον (Διήγ. Βελ. χ 527).
    • 15) (Μεταφ.) αποσκιρτώ, αποσχίζομαι, αποστατώ:
      • από τους … ιβ́ εξέβησαν γ́ και επήγαν με τον ρήγα (Μαχ. 5617).
    • 16) (Με την πρόθ. εκ + γεν. ή αιτιατ. των ουσ. θέλημα, ορισμός) παραβαίνω:
      • έξω ουδέν εξέβηκα εκ του θελήματός σου (Γεωργηλ., Βελ. Λ 203· Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. 110).
    • 17) Κατεβαίνω:
      • ελειτούργησεν (ενν. ο πάπας) κι εξέβην από το βήμα (Χρον. Μορ. H 6174).
    • 18) Κατεβαίνω από άλογο, πεζεύω:
      • (Λίβ. Esc. 2529).
    • 19) (Με κατηγ.)
      • α) καταλήγω σε ορισμένη κατάσταση:
        • Άγορος … αιχμάλωτος εξέβηκεν (Λίβ. N 1389
      • β) αποδεικνύομαι, αναδεικνύομαι, γίνομαι:
        • εξέβηκεν στ’ άρματα αντρειωμένος (Χρον. Μορ. H 3091· Πουλολ. 260
      • γ) φαίνομαι:
        • είτις εξέβει πρόθυμος να πράξει αντρειωμένα, πλούτον … και τιμήν εκείνῳ να ποιήσω (Διήγ. Βελ. N2 195).
    • 20) Αναδεικνύομαι (σε αξίωμα):
      • εις το κουμού της Βενετίας εξέβησαν ανθρώποι γνώσεως μεγάλης (Χρον. Μορ. H 950).
    • 21)
      • α) (Προκ. για ουράνιο σώμα) ανατέλλω:
        • εξέβην η σελήνη (Καλλίμ. 937
      • β) (σε συνεκδ.):
        • πριχού ξεβεί η λάμψις του ηλίου (Γεωργηλ., Βελ. Λ 396).
    • 22) (Προκ. για φήμη) διαδίδομαι:
      • Άκουσμα εξέβην πανταχού (Ιμπ. 887· Λίβ. Sc. 2057).
    • 23) Προέρχομαι, πηγάζω:
      • Κρήτη, από σεν εξέβηκεν στον κόσμον όλη η φρόνα (Σκλάβ. 185).
    • 24) (Με αιτιατ. προσώπου· προκ. για μαντεία) έρχομαι στο μυαλό κάπ.:
      • τα άστρα εξακριβίζομαι και εξέβηκέ με τούτο: ό,τι αν ορμήσει ο βασιλεύς, κατευοδώσει θέλει (Λίβ. P 1944).
    • 25) (Προκ. για το αποτέλεσμα αριθμητικής πράξης, λογαριασμού):
      • 'κατόν ρεάλια ξέβησαν, παραύτα πλέρωσέν τα (Ιστ. Μαρκ. 626).
    • 26) Βγαίνω, παρεκκλίνω από τη σειρά της αφήγησης:
      • ας γυρίσομεν τον λόγον μας … αποεκεί όπου εξέβημεν (Ροδινός 227).
    • 27
      • α) (Προκ. για υγρό) τρέχω, χύνομαι:
        • ζαχαρογλυκοπίπερα εξέβηκεν ο μούστος (Κρασοπ. L 77 (110)
      • β) (προκ. για υγρό του σώματος):
        • εις την δεξιάν του την πλευράν έμπηξε (ενν. ο στρατιώτης) το κοντάριν και εξέβην αίμα και νερόν (Ντελλαπ., Στ. θρην. 429
      • γ) (προκ. για ιδρώτα) εκκρίνομαι:
        • ο ίδρος τους εξέβαινεν απάνω απ’ τα λουρίκια (Διγ. Esc. 41).
    • 28)
      • α) (Προκ. για μέρος του σώματος που αποσπάται από το σημείο όπου θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται):
        • ο κώλος σου εξέβηκε (Σπανός A 309
      • β) χύνομαι:
        • τα έντερα αυτού εξέβουν (Σπανός A 64).
    • 29) Φυτρώνω:
      • εξέβην κέρατον εις το 'φθίν του (Σπανός A 76).
    • 30)
      • α) (Προκ. για ήχο) πετάγομαι, εκπέμπομαι:
        • εκείνοι εμέν εκρούγασιν και εξέβαιναν οι κτύποι (Διγ. Esc. 1174
      • β) (προκ. για την ανθρώπινη φωνή) βγαίνω:
        • φωνή λεονταρίου στο στόμα του εξέβηκε (Κορων., Μπούας 64).
    • 31) (Προκ. για ασθένεια) φεύγω, εξαλείφομαι:
      • (Άνθ. χαρ. 29114).
    • 32) Ξεφεύγω, διαφεύγω:
      • ο Αχιλλεύς εξέβη από του πολλού κινδύνου (Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΆ [155]).
    • 33) (Προκ. για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα) περνώ, τελειώνω:
      • εξέβηκεν η νύκτα (Λίβ. Esc. 829).
    • 34) Φεύγω, εγκαταλείπω την εργασία μου:
      • εξέβη άβουλα του αφέντη του (Ασσίζ. 32012).
  • Β́ Μτβ.
    • 1) Βγαίνω από κάπου:
      • εξέβηκα την θάλασσαν, επάτησα την άμμον (Λίβ. Sc. 1884).
    • 2) Αφήνω κάπ. τόπο, φεύγω:
      • την Βενετίαν εξέβησαν (Χρον. Μορ. P 374).
    • 3) Περνώ, διέρχομαι (ποταμό, στενό, πύλη, κ.ά.):
      • (Κορων., Μπούας 124), (Χρον. Τόκκων 758
      • (με γεν.):
        • εξέβην της Απάνω Πόρτας (Βουστρ. M 8113).
    • 4) Διανύω, βαδίζω, προχωρώ:
      • εξέβησαν τόπον ικανόν (Hist. Imp. (Rochow) 19544).
    • 5) (Πιθ.) εισβάλλω, εκστρατεύω σε ...:
      • εξεβήκασιν τα μέρη της Συρίας, κουρσεύοντα, … (Χρον. Μορ. P 88).
    • 6) (Με αντικ. τις λ. ορισμός, νόμος) παραβαίνω:
      • (Κυπρ. ερωτ. 10214
      • (με γεν.):
        • επιόρκησα, … εξέβηκα του νόμου (Δαρκές, Προσκυν. [220]).
  • Φρ.
  • 1) Ξεβαίνω από τον νουν = παραλογίζομαι:
    • (Φαλιέρ., Θρ. 250).
  • 2) Ξεβαίνει κ. από, εκ τον νουν μου = (το) ξεχνώ:
    • (Κομν., Διδασκ. Δ 225), (Θησ. Γ́ [361]).
  • 3) Ξεβαίνω εις το φως του κόσμου = γεννιέμαι:
    • (Διήγ. Αλ. V 26).
  • 4) Ξεβαίνει λόγος = γίνεται γνωστό:
    • (Μαχ. 33829).
  • 5) Ξεβαίνει η ψυχή, η ψυχίτσα μου = πεθαίνω:
    • (Αχιλλ. L 1328), (Ερωτοπ. 640).

[<παρατ. και αόρ. του εκβαίνω (τ. του αορ., ιδ. εξέβηκα και εξέβην, κοινοί στα δύο ρ.). Τ. ξεβαίννω και ξηβαίννω σήμ. κυπρ., καθώς και ξηβαίνου ιδιωμ. Η λ. και σήμ. ποντ.]

[Λεξικό Κριαρά]
ξεβάλλω,
βλ. εκβάλλω.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ξέβαμμα το [ksévama] Ο49 : αποχρωματισμός, ξεθώριασμα.

[ξεβάφ(ω) -μα με αποβ. του [f] πριν από [m] (ορθογρ. κατά το άλειμμα)]

[Λεξικό Κριαρά]
ξέβαν το.
  • Έξοδος· αναχώρηση:
    • εξέβη οπίσω … και θαυμαστός εφάνη εις το ξέβαν του (Διήγ. Αλ. V 26).

[β́ πρόσ. εν. προστ. αορ. του ξεβαίνω ως ουσ.· πβ. έβγα, έκβαν]

[Λεξικό Κριαρά]
ξεβαριούμαι.
  • Βαριέμαι, κουράζομαι από κ.:
    • εξεβαρέθηκα τον κόσμο να γυρίζω εύκαιρα (Φορτουν. Γ́ 301· Γ́ 416).

[<επιτ. ξε‑ + βαριούμαι. Άσχ. λ. ξεβαραίνω στο Somav. (= «ελαφρώνω»). Η λ. και σήμ. κρητ.]

[Λεξικό Κριαρά]
ξεβαρκάρω,
βλ. ξεμπαρκάρω.
< Προηγούμενο   [1] 2 3 4 5 ...100   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες