Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ἀρχίζω
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αρχίζω [arxízo] Ρ2.1α : 1.βρίσκομαι στις πρώτες στιγμές ή στο πρώτο στάδιο μιας ενέργειας (ενός έργου ή μιας διαδικασίας). ANT τελειώνω: ~ τη δουλειά μου / να δουλεύω πολύ νωρίς. ~ το μαγείρεμα / το διάβασμα. Δεν αρχίσαμε ακόμα να τρώμε. Άρχισε τη συγγραφή ενός βιβλίου. ~ αγγλικά, αρχίζω να μαθαίνω αγγλικά. ~ τη ζωή μου από την αρχή / μια νέα ζωή. || (οικ.): ~ κπ. στο ξύλο / στις κλοτσιές / στις μπουνιές / στα χαστούκια, αρχίζω να τον δέρνω. || (προφ.): Tο γιο μου τον άρχισα αγγλικά, είχα την πρωτοβουλία, την ευθύνη. || για κτ. που βρίσκεται στις πρώτες στιγμές ή στο πρώτο στάδιο της εκτέλεσής του ή της εξέλιξής του: H διάλεξη αρχίζει στις εννέα. Άρχισαν οι διαπραγματεύσεις. ΦΡ άρχισαν τα όργανα*. || (απρόσ.): Άρχισε να βρέχει. ANT σταμάτησε. Ο χειμώνας άργησε φέτος να αρχίσει. ANT να τελειώσει. α. για να δηλώσουμε τη μετάβαση από μια κατάσταση σε κάποια άλλη: ~ να γερνάω / να ασπρίζω. Σιγά σιγά άρχισα να καταλαβαίνω. Άρχισε να νυχτώνει / να χειμωνιάζει. β. κάνω κτ. για πρώτη φορά: Aπό πότε άρχισε να πίνει; Άρχισε να κλέβει από μικρός. Tο μωρό άρχισε να περπατάει / να μιλάει. γ. χρησιμοποιώ κτ. για πρώτη φορά: Δεν άρχισα ακόμα το λάδι της νέας σοδειάς. Άρχισα καινούριο τενεκέ λάδι. δ. είμαι ο πρωταίτιος ή ο δημιουργός μιας κατάστασης: Aυτός άρχισε να φωνάζει / να βρίζει. Ποιος άρχισε (πρώτος) τον καβγά; Mην αρχίζεις (πάλι) / άρχισε (πάλι) τα ίδια, για κτ. δυσάρεστο που συνεχίζεται. 2α. για να δηλώσουμε ότι κτ. αποτελεί χρονικά το πρώτο μέρος μιας διαδικασίας ή ενότητας. ANT τελειώνω: H γιορτή άρχισε με τη σχολική χορωδία. Tο βιβλίο αρχίζει με ένα μονόλογο. Aρχίσαμε το γεύμα με σούπα και τελειώσαμε με τυρί. Δεν ξέρω από πού ν΄ αρχίσω (και πού να τελειώσω), για μια πολύπλοκη ή δύσκολη δουλειά. β. για κτ. που αποτελεί τοπικά το πρώτο τμήμα μιας ενότητας. ANT τελειώνω: Ο δρόμος αρχίζει από το κέντρο της πόλης. γ. για να δηλώσουμε την πρώτη βαθμίδα, σε μια ποσοτική ή ποιοτική κλίμακα: Οι τιμές αρχίζουν από πέντε και φτάνουν στις εφτά χιλιάδες.

[μσν. αρχίζω < αρχ(ή) -ίζω]

[Λεξικό Κριαρά]
αρχίζω· αρκίζω· αόρ. έρχισα.
  • 1)
    • α) (Μτβ.) κάνω αρχή:
      • πόλεμον ερχίσαμε (Φορτουν. B´ 49
      • άρχισα να γράφω (Διγ. Z 5
    • β) (με το σύνδ. και):
      • το ’ρχισε κι επολέμα (Eρωτόκρ. Δ´ 1342).
  • 2) (Aμτβ., ενεργ. και μέσ.) (προκ. για γεγονός ή χρονικό διάστημα) είμαι στην έναρξή μου, βρίσκομαι στην αρχή:
    • γλυκύς καιρός αρχίζει (Eρωτόκρ. E´ 1503
    • αρχίστηκεν ο πόλεμος (Tζάνε, Kρ. πόλ. 37317).

[<ουσ. αρχή + κατάλ. ίζω. O τ. και σήμ. ιδιωμ. H λ. στο Βλάχ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αρχίζω [arçízo] ipf άρχιζα, aor άρχισα (subj αρχίσω; imper 2pl αρχίστε), pf & plupf έχω-είχα αρχίσει
  • ① trans start, begin, commence (syn αρχεύω, αρχινεύω, αρχινίζω, syn phr βάζω μπρος):
    • άρχισε να διαβάζει, να κλαίει, να μαγειρεύει, να πλένει, να σκουπίζει |
    • το βάψιμο, το ράψιμο, το χτίσιμο |
    • δεν άρχισες καλά το πλεκτό |
    • άρχισα το βιβλίο που μου 'δωσες |
    • πάλι άρχισαν τους καβγάδες |
    • πάλι άρχισε τα δικά του he is at his old tricks again |
    • άρχισεμια επιχείρηση he started a business |
    • αρχίζει να καταλαβαίνει he is beginning to understand |
    • άρχισε τις ζήλειες he started being jealous |
    • άρχισεκαινούργια ζωή he started a new life, he turned over a new leaf |
    • αρχίζει .. να φτάνει σε θαυμαστό αποτέλεσμα (Melas) |
    • άλλοι συγγραφείς .. μετά το θάνατό τους αρχίζουν και μας πλησιάζουν (Theotokas) |
    • folks. πιάνει και πάει στα μνήματα | κι αρχίζει και τους κλαίει (DPetrop) |
    • poem .. έχουν περάσει πια τα χρόνια κι έχω αρχίσει | να βιάζομαι κλ (Vrettakos)
  • ⓐ phr ~κ. με (or σε) κάτι start hitting s.o. w. sth (syn παίρνω κ. με κάτι):
    • την άρχισε στις γροθιές (κλοτσιές etc) he started punching (kicking etc) her |
    • τον άρχισαν με τις ντομάτες (usu fig) they pelted him w. ripe tomatoes (as a sign of disapproval), they booed him |
    • ο μικρός την έβαζε τότε στο κυνήγι και την άρχιζε με τις πέτρες (Xenop)
  • ② intr (make a) start, begin, commence (syn αρχινίζω 2):
    • άρχισε η δίκη, η επιδημία, η παρέλαση, ο πόλεμος |
    • άρχισε η άνοιξη, ο χειμώνας |
    • άρχισε να βραδιάζει, να βρέχει (syn phr πήρε να βραδιάζει etc) |
    • άρχισε αέρας, τρικυμία (syn σηκώθηκε αέρας etc) |
    • άρχισαν οι ζέστες, τα χιόνια |
    • ποιος άρχισε; who started this (e.g., the fight)? (syn phr ποιος έκανε την αρχή;) |
    • αρχίσαμε πάλι! there we go again! (e.g. arguing, complaining etc) |
    • το όνομά του αρχίζει από άλφα his name starts w. an A |
    • poem μπρος, τα κουπιά σας στους σκαρμούς κι αρχίσατε όλοι μαζί (Sikel)

[fr postmed, MG αρχίζω, der of αρχή; not w. MChatzidakis (Aθηνά 24.12) fr άρχω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες