Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ἀρχέτυπο
5 εγγραφές [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αρχέτυπο το [arxétipo] Ο42 : 1.αυτό που χρησιμεύει ως υπόδειγμα, ως πρότυπο: Tο ~ πολλών σημερινών ιδεών βρίσκεται στην αρχαιότητα. 2. (φιλολ.) το κείμενο της χειρόγραφης παράδοσης ενός κειμένου από το οποίο προέρχονται όλα τα χειρόγραφα που σώζονται ως τις μέρες μας: Όλα τα χειρόγραφα της Iλιάδας ανάγονται σε ένα ~ του 9ου μ.X. αι. 3. (ψυχ.) σύνολο αναμνήσεων που είναι εγκαθιδρυμένες στη δομή του εγκεφάλου ως πανάρχαιες και στοιχειώδεις εικόνες και που αντανακλούν ιστορικές συλλογικές εμπειρίες του ανθρώπου. 4. το αρχέτυπο βιβλίο.

[λόγ.: 1: ελνστ. ἀρχέτυπον· 2-4: σημδ. γερμ. Archetyp < ελνστ. ἀρχέτυπον]

[Λεξικό Γεωργακά]
αρχέτυπο [arçétipo] το, (L)
  • ① the original or primary form of sth, prototype (syn πρωτότυπο, ant αντίγραφο, απόγραφο 1a):
    • το ~του αγάλματος, του πίνακα |
    • απομακρύνεται από το ~ και μιμείται το είδωλο (Andronikos) |
    • τα μνημεία αυτά δε μας δίνουν τίποτα περισσότερο από το γενικό σχήμα των αρχετύπων τους, γιατί δεν είναι αντίγραφα, αλλά ελεύθερες μεταπλάσεις τους (Despinis) |
    • δεν θεωρεί εύκολη την ανασύνθεση της πρώτης μορφής του παραμυθιού, του αρχετύπου
  • ⓐ abstract or ideal conception of sth, archetype (syn πρότυπο):
    • θεϊκό, ιδανικό ~ |
    • στις πλατωνικές ιδέες δε βλέπει παρά .. τα αρχέτυπα των αισθητών (Tatakis) |
    • ο Eρμής ήταν το μυθικό ~ της πονηριάς (Maronitis, adapted) |
    • η φαντασία πηγαίνει σε κάποιο ~ της .. γυναίκας - γης (Floros) |
    • το ~ των μουσικών οργάνων υπήρξε το ανθρώπινο σώμα (Karakasis)
  • ② the original or primary manuscript of a book, archetype (syn πρωτότυπο):
    • τα δύο πρώτα χειρόγραφα έχουν κοινό ~ |
    • αρνείται κάθε δυνατότητα .. για τη φιλολογική αποκατάσταση ενός αρχετύπου (Loukatos)
  • ⓑ typogr incunabulum, (and loosely) early printed book:
    • ανάμεσά τους υπάρχουν σπανιότατα αρχέτυπα του δεκάτου πέμπτου αιώνα, βυζαντινά χειρόγραφα κλ (Ouranis) |
    • την πρώτη έκδοση της τραγωδίας Pωμαίος και Iουλιέτα την έχουμε σ' ένα ~ του 1597 (Terzakis)
  • ③ typical example, archetype, paradigm (syn πρότυπο, υπόδειγμα):
    • μεταμορφώνει τον παρά λίγο φορτηγατζή στο ~του αμερικανικού επαγγελματία

[fr kath αρχέτυπον ← MG (14th c.) αρχέτυπον ← PatrG, K ἀρχέτυπον]

[Λεξικό Κριαρά]
αρχέτυπον το.
  • 1) Πρότυπο, ό,τι χρησιμεύει ως αρχικό υπόδειγμα:
    • γράψας προς αρχέτυπον εκείνου την ψυχήν σου (Γλυκά, Στ. B´ 55).
  • 2) Aυτό που είναι πρωτότυπο, ιδανικό, τέλειο:
    • του Λόγου αρχέτυπον (Aργυρ., Bάρν. K 101).

[μτγν. ουσ. αρχέτυπον. Η λ. και σήμ. (ο)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αρχέτυπος -η -ο [arxétipos] Ε5 : 1.που τυπώθηκε σε αρχικό στάδιο, πρωτότυπος: Aρχέτυπα βιβλία, που τυπώθηκαν στα πρώτα χρόνια της τυπογραφίας. 2α. που χρησιμεύει ως πρότυπο, ως υπόδειγμα. β. (ως ουσ.) το αρχέτυπο*.

[λόγ. < ελνστ. ἀρχέτυπος `πλασμένος σαν υπόδειγμα΄ κατά τις σημ. της λ. αρχέτυπον]

[Λεξικό Γεωργακά]
αρχέτυπος, -η, -ο [arçétipos] (L)
  • ① constituting the product or model fr which copies are made, original (syn πρωτότυπος, ant έκτυπος):
    • αρχέτυπο έργο, καλούπι |
    • το υλικό σύμπαν είναι η υλική εκδήλωση από το αρχέτυπο σύμπαν, το πνευματικό (KPolitis) |
    • η μέθοδος του σκέπτεσθαι [του Θαλή] είναι αρχέτυπη, ολωσδιόλου πρωτότυπη (Theodorakop) |
    • ο εικονογράφος του αρχετύπου χειρογράφου είχε υπόψη .. το κείμενο του Iω. Δαμασκηνού (Pallas)
  • ⓐ having the form of an early model, antique:
    • μ' ένα αρχέτυπο ακουστικό και ένα σφυγμομανόμετρο ο γιατρός του αγροτικού ιατρείου αναβιώνει την ιατρική της παλιάς εποχής
  • ② original, initial, primary, pristine (syn in αρχέγονος 1):
    • η Διώνη είναι η αρχέτυπη μορφή της γυναίκας του Διός· .. στη νότια Eλλάδα αντικαταστάθηκε με μια άλλη προελληνική θεότητα, την Ήρα (Dakaris) |
    • χάνει από τα μάτια του την αρχέτυπη, την αυθεντική μορφή της ποίησης (Karantonis) |
    • ο σκοπός του έρωτα, όπως τον εκφράζει το αρχέτυπο σύμβολο του ανδρογύνου, ξανοίγει .. πλατύτερους ορίζοντες (Theotokas)
  • ⓑ basic, fundamental (syn in αρχέγονος 3):
    • αρχέτυπο ιδανικό |
    • αρχέτυπες κατηγορίες του νου |
    • εκτός από τις αρχέτυπες λογικές αρχές .. υπάρχουν και άλλες αρχές ή αξιώματα της επιστήμης (Theodorakop)
  • ③ relating to or representing an archetype, archetypal (syn αρχετυπικός):
    • καθένας γυρίζει πίσω στο αρχέτυπο προγονικό του ζώο, στο τοτέμ της φαμίλιας του (Kazantz) |
    • ο μεγάλος ποιητής ερμηνεύει το θέμα του με αρχέτυπες εικόνες (Prevelakis) |
    • οι λαοί, που λυτρώνονται από δουλοπαροικία απειραρίθμων αιώνων, καλλιεργούν έναν αρχέτυπο σωβινισμό (Panagiotop)
  • ④ typogr printed before the sixteenth century, incunabular:
    • αρχέτυπο βιβλίο |
    • ο επισκέπτης έχει πολλά να προσέξει στο μικρό τούτο ίδρυμα |
    • πολυάριθμες αρχέτυπες και παμπάλαιες εκδόσεις, .. ενδιαφέροντα χειρόγραφα κλ (Panagiotop)

[fr kath αρχέτυπος ← PatrG, K ἀρχέτυπος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες