Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ύπαιθρο
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ύπαιθρο το [ípeθro] Ο41 : κάθε ανοιχτός, ελεύθερος, μη στεγασμένος χώρος: Εργάζεται στο ~. Kοιμάται στο ~.

[λόγ. < ελνστ. ὕπαιθρον ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. επιθ. ὕπαιθρος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ύπαιθρος η [ípeθros] Ο36 : οι εκτός των αστικών κέντρων περιοχές: H ελληνική ~. Οι κάτοικοι της υπαίθρου. || (ως επίθ.): H ~ χώρα.

[λόγ. < αρχ. ὕπαιθρος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες