Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: χρησμοδοτώ
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χρησμοδοτώ [xrizmoδotó] Ρ10.9α : δίνω χρησμό: Xρησμοδότησε η Πυθία.

[λόγ. < ελνστ. χρησμοδοτῶ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες