Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: χούμος
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χούμος ο [xúmos] Ο18 : φυτόχωμα.

[λόγ. < νλατ. humus (λατ. humus `χώμα΄)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες