Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: χειρίζομαι
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χειρίζομαι [xirízome] Ρ2.1β (χωρίς μππ.) : 1α.χρησιμοποιώ ένα όργανο ρυθμίζοντας τη λειτουργία του με τα χέρια: ~ μια ηλεκτρική συσκευή / έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή / ένα γερανό. || (επέκτ.): Ξέρω να ~ το χρωστήρα / τη γραφίδα, είμαι καλός ζωγράφος / συγγραφέας κτλ. β. (για τη γλώσσα ως όργανο έκφρασης) χρησιμοποιώ: ~ / δε ~ καλά την ελληνική / τη γαλλική γλώσσα. 2α. κάνω ενέργειες για να διευθετηθεί, για να τακτοποιηθεί κτ.: Ο δικηγόρος δε χειρίστηκε καλά την υπόθεση. Xειρίστηκε το θέμα με λεπτότητα. || διαχειρίζομαιβ. β. αναλύω και παρουσιάζω κτ., το πραγματεύομαι: Ο ομιλητής / ο συγγραφέας χειρίστηκε το θέμα του με γνώση και σαφήνεια.

[λόγ. < ελνστ. χειρίζω (χειρίζομαι `ορίζω σε αξίωμα΄) μέσο κατά το διαχειρίζομαι]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες