Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: φτωχολογιά
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φτωχολογιά η [ftoxolojá] Ο24 : πλήθος ή το σύνολο των φτωχών ανθρώπων: Tραγούδησε τους καημούς της φτωχολογιάς.

[μσν. φτωχολογία με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. < φτωχο- + -λογία > -λογιά]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες