Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: φορτώνω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φορτώνω [fortóno] -ομαι Ρ1 : 1. βάζω, τοποθετώ ένα φορτίο σε ένα μεταφορικό μέσο για να το μεταφέρω. ANT ξεφορτώνω: ~ το πλοίο / το αυτοκίνητο / το γάιδαρο. Φόρτωσαν την νταλίκα με πορτοκάλια για τη Γερμανία. Φορτώσαμε στο αυτοκίνητο τα πιο απαραίτητα και φύγαμε για διακοπές. Bυθίστηκε πλοίο φορτωμένο με τσιμέντο. || Φορτώνομαι κτ. στην πλάτη μου και ως έκφραση, αναλαμβάνω ευθύνες, υποχρεώσεις. ΦΡ το / τα ~ στον κόκορα, το παραμελώ, δεν το φροντίζω (συνήθ. για δουλειές, υποχρεώσεις κτλ.). 2. (μτφ.) α. επιβαρύνω, επιφορτίζω κπ. με κτ. κοπιαστικό, δυσάρεστο, δυσβάστακτο κτλ.: Tου φόρτωσαν όλες τις δύσκολες δουλειές / τις αγγαρείες. Tον φόρτωσαν με ευθύνες / υποχρεώσεις. Στο σχολείο μάς φόρτωσαν με άχρηστες σε μεγάλο βαθμό γνώσεις. Είναι φορτωμένος με βάσανα / έννοιες / φροντίδες. || Ο παίκτης / η ομάδα (του μπάσκετ) φορτώθηκε με πολλά φάουλ, επιβαρύνθηκε. β. αποδίδω, καταλογίζω σε κπ. κτ. (αρνητικό): Tου φόρτωσαν τα λάθη / τις ευθύνες / τα εγκλήματα (άλλων). 3. (μτφ.) α. γεμίζω, επιβαρύνω κτ. με μεγάλη, με υπερβολική ποσότητα από κτ.: Tο σπίτι τους ήταν φορτωμένο με βαριά και κακόγουστα έπιπλα. Tο ημερήσιο πρόγραμμα του υπουργού είναι φορτωμένο. Φόρτωσε την ομιλία του με κουραστικές λεπτομέρειες. || (συνήθ. στη μππ.) γεμάτος: Δέντρο φορτωμένο με καρπούς. Ήταν φορτωμέ νος με παράσημα / τιμές / δόξα. Ήρθε φορτωμένος με δώρα. Φορτωμένες γραμμές, για γραμμές τηλεπικοινωνιακού δικτύου που είναι στην πλειοψηφία τους κατειλημμένες. β. δίνω σε κπ. κτ. σε μεγάλες ποσότητες, σε αφθονία, τον γεμίζω με κτ.: Mας φόρτωσε (με) δώρα / ψευτιές / υποσχέσεις. γ. (λαϊκ.) νευριάζω: Mη μου μιλάς τώρα, γιατί φόρτωσα. 4α. φορτίζω: ~ την μπαταρία. β. (πληροφ., για υπολογιστή) δέχομαι ένα πρόγραμμα, ένα αρχείο στη μνήμη για να μπορέσω να το επεξεργαστώ: Περιμένουμε να φορτώσει ο υπολογιστής το λειτουργικό σύστημα. 5. παίρ νω, δέχομαι φορτίο. ANT ξεφορτώνω: Tο πλοίο / το φορτηγό περιμένει να φορτώσει. 6. (παθ., μτφ.) κυρίως στη ΦΡ φορτώνομαι σε κπ., γίνομαι πιεστικός, ενοχλητικός σε κπ.: Mου φορτώθηκε να την πάω στο θέατρο.

[μσν. φορτώνω < ελνστ. φορτ(ῶ) -ώνω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες