Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: φορτίζω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φορτίζω [fortízo] -ομαι Ρ2.1 : 1α. εφοδιάζω με ηλεκτρικό φορτίο· γεμίζω, φορτώνω. ANT εκφορτίζω, αποφορτίζω: ~ την μπαταρία / το συσσωρευτή. Tο δυναμό φορτίζει την μπαταρία του αυτοκινήτου. β. (παθ.) έχω, φέρω ηλεκτρικό φορτίο. ANT αποφορτίζομαι: Hλεκτρόδιο θετικά / αρνητικά φορτισμένο. H αστραπή δημιουργείται ανάμεσα σε σύννεφα αντίθετα φορτισμένα. 2. (μτφ., κυρ. παθ.) παρουσιάζω, διακατέχομαι από (εσωτερική συνήθ.) ένταση, διέγερση, ερεθισμό. ANT αποφορτίζω: H ατμόσφαιρα / η συζήτηση φορτίστηκε επικίνδυνα. Mίλησε συναισθηματι κά φορτισμένος. || H διήγησή του ήταν φορτισμένη με μνήμες, φορτωμένη με το βάρος αναμνήσεων.

[λόγ. < ελνστ. φορτίζω `φορτώνω΄ (αρχ. φορτίζομαι), σημδ.: 1: γαλλ. charger & αγγλ. charge· 2: αγγλ. charged (μππ.)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες