Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: φεουδάρχης
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φεουδάρχης ο [feuδárxis] Ο10 : ηγεμόνας, ιδιοκτήτης φέουδου.

[λόγ. φέουδ(ον) + -άρχης]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες