Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: φασκιώνω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φασκιώνω [faskóno] -ομαι Ρ1 : 1. τυλίγω ένα βρέφος με φασκιές. 2. τυλί γω, επιδένω ένα τραυματισμένο μέλος του σώματος (ιδ. χέρι, πόδι, κεφά λι): Tρόμαξα καθώς τον είδα με το κεφάλι φασκιωμένο. 3. (μτφ.) ντύνω κπ. υπερβολικά βαριά.

[μσν. φασκιώνω < ελνστ. φασκι(ῶ) -ώνω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες