Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: φανφαρόνος
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φανφαρόνος ο [fanfarónos] & φαμφαρόνος ο [famfarónos] Ο18 : αυτός που είναι φλύαρος και κομπαστής, καυχησιάρης· φαφλατάς: Δεν του ΄χω καμιά εμπιστοσύνη, είναι ένας ~.

[φαμ-: ιταλ. fanfaron(e) ή βεν. fanfaron -ος < ισπαν. fanfaron < αραβ. farfār `φλύαρος΄ (ηχομιμ.)· φαν-: λόγ. ορθογρ. δαν.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες