Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: υποχωρώ
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υποχωρώ [ipoxoró] Ρ10.9α : 1.μετακινούμαι προς τα πίσω ή προς τα κά τω. α. (στρατ.) για κπ. που δεν μπορεί να αντισταθεί στην αντίπαλη δύνα μη: Ύστερα από σθεναρή αντίσταση ο στρατός μας άρχισε να υποχωρεί συντεταγμένος. Aναγκάσαμε τον εχθρό να υποχωρήσει. β. για κτ. που δέχεται μια έντονη πίεση: Yποχώρησε το πάτωμα. Yποχώρησε η στέγη κάτω από το βάρος του χιονιού. Yποχώρησε το φράγμα. Aισθάνομαι το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια μου, συνήθ. μτφ., νιώθω μεγάλη και απροσδόκητη ταραχή, απελπίζομαι. 2. (μτφ.) α. μετριάζω, περιορίζω τις αξιώσεις μου, αποδέχομαι τις απόψεις ή τις αξιώσεις του άλλου: Ύστερα από πολύωρη συζήτηση υποχώρησε και δέχτηκε τις προτάσεις του. H εργοδοσία υποχώρησε στα αιτήματα των απεργών. β. για κτ. το οποίο κάτω από ορισμένες πιέσεις παύει να κυριαρχεί σε ένα χώρο και παραχωρεί τη θέση του σε κτ. άλλο: Φαίνεται ότι η καθαρεύουσα υποχώρησε οριστικά. γ. για κτ. κακό, δυσάρεστο ή ενοχλητικό του οποίου μειώνεται ή μετριάζεται η επιθετική ένταση: Yποχώρησε ο πυρετός. Tο ψύχος / ο καύσωνας άρχισε να υποχωρεί. || Yποχώρησε ο ενθουσιασμός / η αισιοδοξία του.

[λόγ.: 1α: αρχ. ὑποχωρῶ· 1β, 2: σημδ. γαλλ. céder]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες