Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: τρόφιμος
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τρόφιμος ο [trófimos] Ο19 θηλ. τρόφιμος [trófimos] Ο36 : αυτός που ζει και διατρέφεται σε ίδρυμα ή σε άσυλο: ~ ορφανοτροφείου / γηροκομείου / αναμορφωτηρίου / φυλακής / ψυχιατρείου.

[λόγ. < αρχ. τρόφιμος `θετό παιδί΄· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες