Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: τρίφυλλος -η -ο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τρίφυλλος -η -ο [trífilos] Ε5 : που έχει τρία φύλλα: Tρίφυλλη ντουλάπα / πόρτα. Tρίφυλλο παράθυρο. || (στη χαρτοπαιξία) Έχει την ντάμα τρίφυλλη, μαζί με άλλα δύο φύλλα του ίδιου χρώματος.

[τρι- 1 + φύλλ(ο) -ος (πρβ. ελνστ. τρίφυλλος `φυτό με τρία φύλλα΄)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες