Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: τηγανιά
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τηγανιά η [tiγaná] Ο24 : α. ποσότητα φαγητού, όση χωράει σε ένα τηγάνι: Θα κάνω μια ~ πατάτες. Έφαγε δύο τηγανιές κεφτέδες. β. (μαγειρ.) είδος φαγητού που παρασκευάζεται από χοιρινό κρέας, τηγανισμένο σε μικρά κομμάτια.

[τηγάν(ι) -ιά]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες