Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ταπετσαρία
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ταπετσαρία η [tapetsaría] Ο25 : 1α. ειδικό διακοσμητικό χαρτί ή ύφασμα που το χρησιμοποιούν για την επένδυση τοίχων σε εσωτερικούς χώρους· χαρτί ταπετσαρίας: ~ σε σκούρα / σε ανοιχτά χρώματα. Bάζω ~ στο δωμάτιο. β. η επένδυση τοίχου με χαρτί ή ύφασμα: Εργαλεία ταπετσαρίας. 2α. η κάλυψη επίπλων, κυρίως καθισμάτων και καναπέδων, με μία στρώ ση από μαλακό υλικό και η επένδυσή τους με διακοσμητικό ύφασμα, δέρ μα ή πλαστικό: H πολυθρόνα θα γίνει ολόκληρη από ~. Tο κάθισμα της καρέκλας είναι από ~ και η ράχη από ξύλο. Yφάσματα ταπετσαρίας. β. το ύφασμα, το δέρμα ή το πλαστικό που καλύπτει ένα ταπετσαρισμένο έπιπλο: Λερώθηκε / έλιωσε η ~ και θέλει άλλαγμα. H ~ του σαλονιού έχει πολύ ωραίο χρώμα. || Tαπετσαρίες αυτοκινήτων.

[αντδ. < βεν. *tapezaria (πρβ. ιταλ. tappezzeria, βεν. tapezier `ταπετσιέρης΄) τάπης (δες στο ταπέτο)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες