Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ταξιδεύω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ταξιδεύω [taksiδévo] Ρ5.2α μππ. ταξιδεμένος : μετακινούμαι από έναν τόπο, συνήθ. τον τόπο της μόνιμης κατοικίας μου, σε κπ. άλλο και μένω σ΄ αυτόν για ορισμένο χρονικό διάστημα: ~ με το τρένο / με το αυτοκίνητο / με το αεροπλάνο από την Aθήνα στη Θεσσαλονίκη. Tαξίδευα δέκα ώρες συνέχεια. ~ για αναψυχή / για επαγγελματικούς λόγους / για λόγους υγείας. Στη ζωή του έχει ταξιδέψει πολύ και έχει γνωρίσει όλο τον κόσμο. Tαξίδεψα μαζί με το Γιάννη, συνταξίδεψα. Είναι άνθρωπος ταξιδεμένος, πολυταξιδεμένος. ΦΡ ταξιδεύει ο νους μου, είμαι απορροφημένος από τις σκέψεις μου, δεν προσέχω τι λέγεται δίπλα μου: Πού ταξιδεύει ο νους σου; || ~ κπ. / κτ., αναλαμβάνω την ευθύνη της μεταφοράς του: Πώς θα το ταξιδέψεις το παιδί άρρωστο; Tη γάτα την ~ πάντα μέσα σε καλάθι.

[μσν. ταξιδεύω < ταξίδ(ι) -εύω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go