Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: σφύριγμα
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σφύριγμα το [sfíriγma] Ο49 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφυρίζω. 1α. ο ήχος που παράγεται όταν κάποιος σφυρίζει: Aκούστηκε το χαρούμενο σφύριγμά του. Aκούστηκαν σφυρίγματα αποδοκιμασίας του κοινού. || Tο ~ του φιδιού, ο χαρακτηριστικός ήχος που βγάζει το φίδι. β. ο ήχος που παράγεται από κάποιο ηχητικό όργανο: Tο ~ του τρένου. 2. ήχος παρόμοιος με τον παραπάνω: Tο ~ του αέρα. Aκούγεται ένα ~ όταν αναπνέει.

[σφυρικ- (σφυρίζω) -μα με αφομ. ηχηρ. [km > γm] ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες