Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: συμφιλιώνω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
συμφιλιώνω [simfilióno] -ομαι Ρ1 : 1.μεσολαβώ και πετυχαίνω να αποκατασταθούν οι καλές σχέσεις που συνέδεαν άτομα ή ομάδες και οι οποίες είχαν διαταραχτεί: H μητέρα επεμβαίνει και συμφιλιώνει τα παιδιά όταν μαλώνουν. Έγινε προσπάθεια να συμφιλιωθούν οι αντιμαχόμενες παρατάξεις. Πολλά ζευγάρια που βρίσκονται σε διάσταση τελικά συμφιλιώνονται. 2. (μτφ.) συμβιβάζω γεγονότα, καταστάσεις ή απόψεις που διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους: Mάταια προσπαθώ να συμφιλιώσω τη σκληρή πραγματικότητα με τα όνειρά μου. || (παθ.) αποδέχομαι μια κατάσταση που τη θεωρούσα ασυμβίβαστη με τις επιθυμίες μου: Ο άνθρωπος δύσκολα συμφιλιώνεται με το θάνατο. Πρέπει να συμφιλιωθούμε με τον ίδιο τον εαυτό μας.

[λόγ. < μσν. συμφιλι(ώ) -ώνω `κάνω κπ. φίλο΄ ενεργ. < ελνστ. συμφιλιοῦμαι `γίνομαι φίλος΄ σημδ. του λαϊκού φιλιώνω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες