Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: συγχαίρω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
συγχαίρω [sinxéro] Ρ πρτ. συνέχαιρα, αόρ. συγχάρηκα και (λόγ.) συνεχάρην, απαρέμφ. συγχαρεί : 1.εκφράζω σε κπ., γραπτά ή προφορικά, τη χαρά μου για κάποιο ευχάριστο γεγονός που του συνέβη: Σε ~ για την προαγωγή σου / για την επιτυχία σου στις εξετάσεις. Tου έκανα επίσκεψη / του έστειλα τηλεγράφημα για να τον συγχαρώ για το γάμο του / για τη γέννηση του παιδιού του. 2. εκφράζω σε κπ. την επιδοκιμασία, το θαυμα σμό μου για μια αξιέπαινη πράξη του, του δίνω συγχαρητήρια: Σε ~ για το κουράγιο / τον ηρωισμό / τη διαγωγή σου.

[λόγ. < αρχ. συγχαίρω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go