Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: στραπάτσο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στραπάτσο το [strapátso] Ο39 : (οικ.) 1α. σοβαρή ζημιά που παθαίνει κτ.: Έπαθε μεγάλο ~ το αυτοκίνητο από το τρακάρισμα. || Έγιναν ~ τα παπούτσια από τη βροχή, χάλασαν εντελώς. || Tου έκαναν τα μούτρα ~ από το ξύλο, τα παραμόρφωσαν. β. μεγάλη αποτυχία που παθαίνει κάποιος: Έπαθε ~ στις εξετάσεις. Οι επιχειρήσεις του έπαθαν ~. || Tα ΄κανε ~ στη δουλειά του / στην υπόθεση, προκάλεσε την αποτυχία τους. γ. σοβαρή βλάβη στην υγεία κάποιου: Δεν μπορεί να συνέλθει από το ~. 2. (μτφ.) α. μεγάλη αποτυχία ή δυστυχία που προκαλεί σε κπ. ψυχική εξουθένωση: Έπαθε πολλά στραπάτσα στη ζωή της. Ο θάνατος των γονιών της ήταν μεγάλο ~ γι΄ αυτή. β. εξευτελισμός που υφίσταται κάποιος.

[ιταλ. strapazzo]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες