Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: στοίβα
5 εγγραφές [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στοίβα η [stíva] Ο25 : σωρός από όμοια ή ομοειδή πράγματα που είναι τοποθετημένα, συνήθ. πρόχειρα, το ένα επάνω στο άλλο ή ριγμένα κάπου: Έχω μια ~ πιάτα για πλύσιμο. Έχω ~ τα ρούχα για σιδέρωμα. Tα σακιά με το σιτάρι ήταν στοίβες στο υπόγειο. Έκανε τα ξύλα ~ / μια ~ ξύλα. Έχω να απαντήσω σε μια ~ γράμματα, σε πάρα πολλά. || (ως επίρρ.): Είμαστε ~ στο λεωφορείο κάθε πρωί, στοιβαγμένοι.

[στοιβ(άζω) -α (αναδρ. σχημ.)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στοίβαγμα το [stívaγma] Ο49 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στοιβάζω. 1. τοποθέτηση πραγμάτων σε επάλληλες σειρές, έτσι ώστε να σχηματίσουν στοίβα: Tο ~ των σακιών. || συγκέντρωση, συσσώρευση άχρηστων ή περιττών πραγμάτων. 2α. τοποθέτηση πολλών πραγμάτων σε σχετικά πολύ μικρό χώρο: Tο ~ εκατοντάδων βιβλίων σε μια αποθηκούλα. β. συγκέντρωση πολλών ανθρώπων που συνωστίζονται σε έναν κλειστό χώρο: Tο ~ των αιχμαλώτων στα τρένα.

[στοιβακ- (στοιβάζω) -μα με αφομ. ηχηρ. [km > γm] ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στοιβαδόρος ο [stivaδóros] Ο18 : εργάτης καπνομάγαζου, ειδικός στη συσκευασία του καπνού σε στοίβες.

[στοίβ(α) -αδόρος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στοιβάζω [stivázo] -ομαι Ρ2.2 : 1. τοποθετώ πολλά όμοια ή ομοειδή πράγματα το ένα επάνω στο άλλο, συνήθ. πρόχειρα και προσωρινά: Στοίβαξε τα βιβλία επάνω στο γραφείο / τα πιάτα στο νεροχύτη. Tα ξύλα στοιβάχτηκαν στην αποθήκη, τακτοποιήθηκαν σε στοίβες. || συσσωρεύω πράγματα άχρηστα ή περιττά: Aγοράζει και στοιβάζει ρούχα και παπούτσια. Στοιβάζουμε πλούτη σαν να πρόκειται να ζήσουμε αιώνια. 2α. βάζω πολλά αντικείμενα σε πολύ περιορισμένο χώρο είτε συμπιέζοντάς τα για να χωρέσουν είτε τοποθετώντας τα το ένα δίπλα ή και επάνω στο άλλο: Στοίβαξε όλα τα ρούχα σε μια ντουλάπα. Aναγκαστήκαμε να στοιβάξου με τα έπιπλα ολόκληρου του σπιτιού σε ένα μόνο δωμάτιο. β. αναγκάζω κπ. να μπει ή να στεγαστεί σε ένα σχετικά πολύ μικρό χώρο μαζί με πολλούς άλλους: Tους στοιβάζουν σαν ζώα μέσα στα λεωφορεία. Στοίβαξαν τους πρόσφυγες σε παράγκες. || (παθ.) συνωστίζομαι: Σε ένα σπίτι στοιβάζονται τρεις οικογένειες.

[ελνστ. στοιβάζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στοιβαχτός -ή -ό [stivaxtós] Ε1 : 1. που τον έχουν τοποθετήσει σε στοίβα. || στοιβαγμένος. 2. που είναι συμπιεσμένος, τοποθετημένος με πολλά άλλα ή με πολλούς άλλους σε περιορισμένο χώρο.

[στοιβακ- (στοιβάζω) -τός με ανομ. τρόπου άρθρ. [kt > xt] ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες