Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: στεριά
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στεριά η [sterjá] Ο24 : το τμήμα της επιφάνειας της γης που δεν καλύπτεται από νερό, δεν είναι δηλαδή θάλασσα ή λίμνη· ξηρά: Tαξιδεύαμε καταμεσής στο πέλαγος χωρίς να συναντήσουμε καθόλου ~. Είμαι / νιώθω σαν το ψάρι στη ~, αισθάνομαι αδυναμία λόγω μη οικείου περιβάλλοντος, επειδή αντιμετωπίζω συνθήκες που δεν τις είχα συνηθίσει. (έκφρ.) σε ~ και θάλασσα, παντού: Tον έψαχναν σε ~ και θάλασσα.

[μσν. στεριά < ελνστ. στερεά με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. (στη νέα σημ.) ουσιαστικοπ. θηλ. του αρχ. επιθ. στερεός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στεριανός -ή -ό [sterjanós] Ε1 : που έχει σχέση με τη στεριά: ~ άνεμος, που φυσάει από τη στεριά προς τη θάλασσα. Στεριανή ζωή, που έχει σχέση με τη στεριά από άποψη κατοικίας και ιδίως ασχολιών. || (ως ουσ.) ο στεριανός, θηλ. στεριανή, αυτός που ζει ή που κατάγεται από περιοχή, η οποία βρίσκεται μακριά από τη θάλασσα. ANT θαλασσινός: Πώς να γίνει ναύτης ένας ~!

[στερι(ά) -ανός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go