Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: στεκάμενος -η -ο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στεκάμενος -η -ο [stekámenos] Ε5 : (λαϊκότρ.) που στέκεται, που δεν κινείται.

[στέκ(ω) -άμενος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες