Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: σούκο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σούκο η [súko] Ο (άκλ.) : για πρίζα ή φις με γείωση.

[γερμ. Schuko (σύντμ. του Schutzkontakt `επαφή ασφαλείας΄)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες