Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σιίτης
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σιίτης ο [siítis] Ο10 : μουσουλμάνος πιστός, οπαδός του σιισμού. || (ως επίθ.): Σιίτες μουσουλμάνοι.

[λόγ. < τουρκ. şi(i) -ίτης < αραβ. shiya`īy]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go