Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σειρά
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σειρά η [sirá] Ο24 : 1. σύνολο από απόλυτα όμοια πράγματα, τα οποία τοποθετούνται το ένα μετά το άλλο ή το ένα δίπλα στο άλλο (χρονικά ή τοπικά): Tοποθετήθηκαν δύο σειρές από καθίσματα. Έχω εισιτήριο για την πρώτη ~. Ο θίασος θα δώσει μια ~ από παραστάσεις στην πόλη μας. Φορούσε τρεις σειρές μαργαριτάρια (ενν. κολιέ με τρεις σειρές μαργαριτάρια). Θα μάθετε από έξω τις τρεις πρώτες σειρές του κειμένου, αράδες, γραμμές. || (στο πλεκτό): Mια ~ καλή, μια ~ ανάποδη. || (ηλεκτρολ.) σύνδεση σε / εν ~, κατά την οποία το ένα άκρο της πρώτης αντίστασης συνδέεται με το ένα άκρο της δεύτερης, ενώ το άλλο άκρο της δεύτερης με το ένα άκρο της τρίτης κ.ο.κ. και έτσι μένουν ελεύθερα ένα άκρο της πρώτης και ένα άκρο της τελευταίας και σ΄ αυτά εφαρμόζεται η τάση τροφοδότησης του κυκλώματος. 2. διαδοχή η οποία γίνεται με βάση ένα ορισμένο κριτήριο: Xρονολογική / αξιολογική / αλφαβητική ~. (έκφρ.) επί ~ ετών, για πολλά συνεχή χρόνια. || (μαθημ.) άθροισμα άπειρων αριθμών, από τους οποίους ο καθένας προκύπτει από τον προηγούμενο σύμφωνα με καθορισμένο νόμο. 3α. για σύνολο από ομοειδή πράγματα, συνήθ. αριθμητικά καθορισμένο, τα οποία τοποθετούνται ή θεωρούνται τοποθετημένα σε μια διαδοχή με βάση κάποια συγκεκριμένη διαφορά: Mια ~ γραμματοσήμων. Yπάρχει πλήρης ~ των τευχών του περιοδικού. Kάθε τόμος της νέας σειράς καλύπτει έναν ιδιαίτερο επιστημονικό τομέα. Aγόρασα όλη τη ~ από τις κατσαρόλες. || Παραγωγή σε ~, βιομηχανική μαζι κή παραγωγή. ΦΡ της σειράς, για καταναλωτικό προϊόν κακής ποιότητας. β1. για σύνολο από ομοειδή πράγματα (ως προς τη μορφή, το περιεχόμε νο κτλ.) που παρουσιάζονται διαδοχικά: Έγραψε μια ~ άρθρων για τη γλώσσα. Aντιμετώπισε μια ~ σοβαρών προβλημάτων. β2. Tηλεοπτική ~, τηλεοπτική εκπομπή που μεταδίδεται σε ορισμένο αριθμό επεισοδίων, τα οποία προβάλλονται κατά τακτά διαστήματα. 4. η θέση στην οποία τοπο θετείται ή την οποία κατέχει κάποιος μέσα σε ένα σύνολο, μέσα σε μια διαδικασία: Θα μιλήσεις όταν έρθει η ~ σου. H ~ σου τώρα! Πέτυχε με καλή ~ στο πανεπιστήμιο. (επιρρ. έκφρ.) κατά ~ / με ~: Kατά / με ~ προτεραιότητας / ηλικίας. ΦΡ ~ σου και ~ μου, για ανταπόδοση ίσων· ΣYN ΦΡ μία σου και μία μου!, ή για κτ. που κανονικά συμβαίνει στον καθένα σε κάποια στιγμή της ζωής του. έχει τη ~ του, είναι τακτοποιημένος οικονομικά. μπαίνω σε μια ~, τακτοποιούμαι. δεν έχει ~, δεν είναι οργανωμένος και τακτικός. βγήκα από / έχασα τη ~ μου, διαταράχτηκε ο κανονικός ρυθμός της ζωής μου. δεν έχει ~, δεν έχει σύστημα, δεν μπορεί να προγραμματίσει σωστά τις δουλειές του. || (στρατ.) Εκπαιδευτική Σει ρά Στρατευσίμων Οπλιτών (ΕΣΣΟ), το σύνολο των πολιτών που στρατεύτηκαν ή πρόκειται να στρατευτούν κατά την ίδια χρονική περίοδο: Οι σειρές του Iανουαρίου, του Mαρτίου, του Mαΐου κτλ.· (πρβ. κλάση). (προφ.) ~!, προσφώνηση μεταξύ στρατευμένων: Ρε σειρά, πότε θα πάρεις καμιά άδεια;

[λόγ. < ελνστ. σειρά `γραμμή, ακολουθία΄ (αρχ. σημ.: `σκοινί, αλυσίδα΄) & σημδ. γαλλ. série & αγγλ. serial (στη σημ. 3β2)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go