Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: σαστισμένος -η -ο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σαστισμένος -η -ο [sastizménos] Ε3 μππ. του σαστίζω : που έχει σαστίσει· που έχει χάσει την ψυχραιμία του μπροστά σε κτ. απρόβλεπτο, περίεργο ή θαυμαστό, που αισθάνεται μεγάλη αμηχανία μπροστά σε κπ. ή που νιώθει σύγχυση και ταραχή γι΄ αυτό που πρέπει να πει, να κάνει ή να σκεφτεί: Tη βρήκα σαστισμένη. σαστισμένα ΕΠIΡΡ: Mε κοίταζε ~.

[μππ. του σαστίζω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες