Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: σάρι
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σάρι το [sári] Ο (άκλ.) : το εθνικό ένδυμα των γυναικών στην Iνδία, το οποίο αποτελείται από ένα μακρύ μονοκόμματο ύφασμα, βαμβακερό ή μεταξωτό, που πτυχώνεται στο σώμα χωρίς κοψίματα ή ραφές.

[λόγ. < γαλλ. sari < ινδ. sārī]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σαρίκι το [saríki] Ο44 : λεπτό άσπρο ύφασμα που τυλίγεται γύρω από το φέσι μουσουλμάνων ιερέων ή αξιωματούχων.

[τουρκ. sarιk ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σάρισα η [sárisa] Ο27 : μακρύ δόρυ των αρχαίων Mακεδόνων.

[λόγ. < ελνστ. σάρισα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες