Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- ρυθμιστής ο [riθmistís] Ο7 : 1.(για πρόσ.) αυτός που ρυθμίζει, ελέγχει και επιβάλλει την εκτέλεση κάποιων ενεργειών και δραστηριοτήτων σύμφωνα με ορισμένους κανόνες, ρυθμούς: Ο ανώτατος άρχοντας είναι ο ~ του πολιτεύματος. || αυτός που έχει τη δύναμη να ρυθμίζει κατά τη δική του βούληση: Kαθώς κανένας δεν πέτυχε απόλυτη πλειοψηφία, τα μικρότερα κόμματα αναδείχτηκαν σε ρυθμιστές της πολιτικής ζωής. 2. για όργανο ή για μηχανισμό που ρυθμίζει τη λειτουργία, την κατανάλωση ή την απόδοση μιας μηχανής: ~ θερμοκρασίας / πίεσης.
[λόγ. < ελνστ. ῥυθμιστής `διαιτητής΄ & σημδ. γαλλ. régulateur]



